Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Ενιαία κίνηση bloggers: Μια ευκαιρία για τον Παύλο!

Σήμερα κάνω μια αναδημοσίευση του κειμένου από το blog: KaPa.Me without you...tea

 Ο Βασίλης είναι ο μπαμπάς του Παύλου. Ο Βασίλης έχει νονά τη μαμά μου, οπότε είναι σαν να λέμε πνευματικός της γιος. Αυτό πάντα μας έκανε λίγο... συγγενείς. Όταν ήμασταν μικρά και πηγαίναμε στο χωριό ο Βασίλης που είναι λίγο μεγαλύτερος μου κρυβόταν στα σκοτάδια και όταν περνούσαμε με την ξαδέρφη μου μας κατατρόμαζε και ουρλιάζαμε σαν χαζές. Μεγάλο κάθαρμα  ο Βασίλης που από μικρή με φώναζε κουμπάρα για να μου σπάσει τα νεύρα και πάντα τα κατάφερνε! Τελικά κατάφερε να με κάνει και κανονική του κουμπάρα μιας κι εγώ τελικά τον πάντρεψα!!!

Ο Βασίλης ήταν πάντα ένα χαρούμενο παιδί, έτσι τον θυμάμαι πάντα, μα τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει...
Έχει τρεις γιους. Περήφανος για τον κάθε έναν από αυτούς, μα εδώ και δυο χρόνια ζει το αδιανόητο γιατί η οικογένεια του ζει το αδιανόητο!

Θα σας συστήσω τον μεσαίο του γιο τον Παύλο. Ο Παύλος είναι δεκαεπτά χρονών, όμορφος σκέτο αστέρι αφού κατάφερε και πήρε τα πιο όμορφα χαρακτηριστικά και των δυο γονιών του! Τρελαίνεται να παίζει μπάσκετ, να ζει έντονα, να βγαίνει με τους φίλους του... αγαπά τους υπολογιστές και τη μουσική... μα  δεν μπορεί να χαρεί τίποτε από όλα αυτά γιατί τα τελευταία δύο χρόνια έγινε μαχητής της ζωής. Της δικής του ζωής.




Διαγνώστηκε με μια επιθετική Λευχαιμία τύπου Τ και παρόλο που ο αδερφός του είναι συμβατός δότης ο οργανισμός του δεν δέχθηκε την μεταμόσχευση μυελού των οστών.. .κι αυτό έφερε μια ακόμη ανατροπή, μια αγωνία και μάχη με το χρόνο... Ο Παύλος πρέπει άμεσα να φύγει στην Αμερική! Στην Βοστόνη. Στον τόπο των θαυμάτων.

Τα παιδιά ζουν σε ένα μικρό χωριό στον τόπο καταγωγής της μαμάς μου κι είναι εντυπωσιακό πως όλο το χωριό κινητοποιήθηκε κι άρχισε να διοργανώνει εράνους και μπαζάαρ και κάθε λογής διοργανώσεις με στόχο να μαζευτούν χρήματα και κατάφεραν πολλά, μα απέχουμε πολύ από το στόχο! Είναι εντυπωσιακό και συγκινητικό πολύ πως μια μικρή και φτωχική κοινότητα ανθρώπων οργανώνεται για να βοηθήσει μια οικογένεια που υποφέρει. Για να χαρίσει ελπίδα, σε ένα παιδί!
Είναι εντυπωσιακό πως ένα παιδί που κινδυνεύει γίνεται χωρίς δεύτερη σκέψη, παιδί μας!
Με συγκίνησε αυτή η αυταπάρνηση, αυτή η τρομερή δύναμη των ανθρώπων...

Στο τηλέφωνο ο Βασίλης ήταν σκεπτικός. "Είναι πολλά τα χρήματα που χρειαζόμαστε" μου είπε... μα δεν γίνεται να απογοητευτούμε και να μην προσπαθήσουμε. Δεν γίνεται να μην δώσω στο παιδί μου αυτή την ελπίδα!"

Δεν μιλούσα πια με το Βασίλη, τον φίλο, κουμπάρο, κολλητό από τα παλιά που κάναμε φάρσες και γελούσαμε. Μιλούσα με έναν πατέρα σε αγωνία. Σε φόβο.. .Πως είσαι; Τον ρώτησα.
"Όσο ο  Παύλος είναι καλά και  δεν τα παρατάει είμαι καλά!"
Συγκινήθηκα βαθιά... Πως είναι η ψυχολογία του παιδιού; τον ρώτησα ξανά. 
''Αν τον δεις θα σκεφτείς πως φαίνεται λίγο ταλαιπωρημένος κι είναι αδυνατισμένος, κατά τα άλλα είναι θηρίο! Δίνει μεγάλο αγώνα, παλεύει ασταμάτητα δυο χρόνια τώρα! και δίνει σε όλους μας δύναμη." Μιλούσε με τόση περηφάνια για το γιο του... Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα...

Το να κινδυνεύει η ζωή του παιδιού σου είναι κάτι το τρομερό. Ξέρω πως υπάρχουν εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι που ζουν με αυτό το φόβο που εμείς δεν μπορούμε να διανοηθούμε... μα τώρα, αυτοί οι τρομαγμένοι γονείς είναι άνθρωποι κοντινοί. Άνθρωποι που αγαπάμε, άνθρωποι που νιώθουμε την αύρα του τρόμου τους...

Αγαπημένοι... Αυτή η ανάρτηση αφορά ένα παιδί.. .Ένα δεκαεφτάχρονο πλάσμα, που έχει πολλά να δει και να νιώσει και να ζήσει και έχει δικαίωμα στο όνειρο και στην ελπίδα... Δυο χρόνια τώρα οι γονείς και τα αδέρφια του Παύλου ζουν με τη συνεχή απειλή, πως θα τον χάσουν και χρειάζονται να ανάψουν ένα φως στο σκοτάδι που ζουν.
Αν μπορούμε όλοι εμείς οι άνθρωποι να τους χαρίσουμε μια ευκαιρία... Μια ευκαιρία για το πολυτιμότερο αγαθό. Την ίδια τη ζωή!

Χρειάζονται πολλά χρήματα μα είμαστε κι εμείς πολλοί και το περίσσεμα μας λίγο, μα το περίσσεμα αγάπης πολύ!
Είναι Παρασκευή κι ακολουθούν ημέρες ξεκούρασης αγαπημένοι και αν μπορούμε όλοι αυτό το Σαββατοκύριακο να στερήσουμε από τον εαυτό ή από τα παιδιά μας κάτι μικρό, ένα σακουλάκι πατατάκια, ένα παγωτό, ένα σινεμά, μια μπύρα, μια πίτσα...και να προσφέρουμε αυτά τα δυο, τρία, πέντε ευρώ για να χαρίσουμε ελπίδα στο αγόρι μας!

Δεν σας το ζητώ αγαπημένοι, μα ελπίζω... ελπίζω πραγματικά στα θαύματα της ζωής κι εσείς με κάνατε να πιστεύω ακόμη περισσότερο στο θαύμα των ανθρώπων!

Σας παραθέτω τον αριθμό μέσω του οποίου η οικογένεια προσπαθεί να συγκεντρώσει όσο πιο άμεσα γίνεται ένα αξιοσέβαστο και πολυπόθητο ποσό για να μπορέσει να μεταφερθεί ο Παύλος στη Βοστόνη.
ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ-ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΠΑΥΛΟΣ-ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ ΣΟΥΣΑΝΑ

ΑΡΙΘΜ.ΛΟΓ.428/537100-79

ΙΒΑΝ GR8101104280000042853710079

ΚΩΔ.SWIFT ΤΡΑΠΕΖΑΣ (BIC) ΕΤΗΝGRAA

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

Τηλέφωνο Επικοινωνίας Σουζάνα Κυριακίδου Μαμά Παύλου

6986789490

Δεν μένει να πω τίποτε άλλο παρά να στείλω τις ευχές μου εκεί έξω. Αγάπη αγαπημένοι. Αγάπη για όλους μα περισσότερη αγάπη για κάθε παιδί που μπορούμε να βοηθήσουμε, γιατί είμαστε δυνατοί μόνο αν είμαστε πολλοί!
Ένα πελώριο ευχαριστώ σε όλους για την κατανόηση για αυτή την ανάρτηση και Παύλο, θα σου στείλω το στίχο που τραγουδάω συνέχεια στους γιους μου!

"Για χατίρι σου ξημερώνει αγόρι μου... Για χατίρι σου ξημερώνει!!!"

Σημειωση: Σας παρακαλώ  όσοι έχετε λογαριασμό σε  facebook  ή twitter  γνωστοποιείστε το. Ευχαριστώ πολύ!!

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Δημιουργία με 25 λέξεις!

Το Κείμενο με οικοδέσποινα την Μαρία, μας έδωσε το έρεισμα για δημιουργία. Μια εικόνα γεννάει συναισθήματα και σκέψεις, που πρέπει να εκφραστούν, με 25 έως 30 λέξεις. Οι συμμετοχές αρκετές και ωραίες, σας παρουσιάζω τη δική μου που για πρώτη φορά συμμετείχα, και ευχαριστώ από καρδιάς τη Μαρία, για τη φιλοξενία!
Περιμένοντας την αρχή του νέου ολιγόλεκτου την 1η Μαρτίου.....








                                          Κάπου στα ριζά του λόφου,
                                         στέκεις κουφάρι ξεχασμένο.
                                        Σφραγίδα αλλοτινών καιρών.
                                        Με παραθύρια ολάνοιχτα, τσαμπιά μεθυστικά
                                             να κόβεις, λαχταρώντας.
                                       Τώρα, ο δρόμος σφαλιστός. Μα εσύ,
                                     ακοίμητος φρουρός, στο ξεχασμένο χθες!



Αυτό εμπνεύστηκα από τον ξεφτισμένο τοίχο, το φθαρμένο από το χρόνο περβάζι, τα κλειστά άβαφτα παραθύρια, και τη κληματαριά που την κρατάει η φύση ζωντανή κι όχι η ανθρώπινη φροντίδα. Η έλλειψη της ανθρώπινης παρουσίας έντονη, σε ένα σπίτι που κάποτε υπήρχε ζωή.
Κάποια χέρια άνοιγαν τα παραθύρια να καλωσορίσουν το πρωινό φως, κάποια χέρια έκοβαν τα σταφύλια από την κληματαριά που είχαν φυτέψει. Κάποτε, στο χθες....

Και όλα αυτά στο Κείμενο της Μαρίας.

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Ανάμνηση του Φλεβάρη: Εκπαιδεύοντας τον Ντοντό!


Ήταν πρωί 19 Φεβρουαρίου, ημέρα των γενεθλίων μου,  και ένιωσα ότι μέσα στο όνειρό μου, τρύπωσε και κάποιος άλλος. Αισθάνθηκα κάτι να με τραβάει από τα βάθη του ύπνου, και να με φέρνει σε παραπάνω επίπεδο, σ' αυτό το ωραίο που βρίσκεται κανείς όταν ο ύπνος τον έχει ακόμη αγκαλιά, και το γλυκό πρωινό φως τον διεκδικεί κι αυτό.
Τελικά με κέρδισε το φως.  Ανοίγοντας τα μάτια, αντίκρισα δίπλα μου ακριβώς ένα κλουβί. Ένα μικρό παπαγαλάκι, πράσινο με κίτρινες και μαύρες φτερούγες και με λίγο μπλε βαθύ στο πλάι του λαιμού, με κοιτούσε ακίνητο από την άκρη του κλουβιού.

Πετάχτηκα ενθουσιασμένη με τον απρόσμενο πρωινό μου επισκέπτη, και ρώτησα πώς βρέθηκε εκεί. Ήταν το δώρο των γενεθλίων μου.
Το πρώτο ζωντανό πλάσμα που αποκτούσα, δεν ήταν σκύλος βέβαια, ήταν ένα όμορφο πουλί που επίσης αγαπώ πολύ. Ο ενθουσιασμός μου δεν έλεγε να με αφήσει.

Επιδόθηκα στη μάθηση για τη περιποίηση του, από τους δικούς μου που μου το έφεραν, και έγινα γνώστης της τροφής, των φαρμάκων και της πρόληψης από τις ασθένειες που παθαίνουν.
Έπρεπε να του βρω ένα όνομα, και το πρώτο που βρήκα ήταν Ντοντός. Ήταν μια αγαπημένη λέξη που ξεφώνισε  ο μόλις δύο ετών ανιψιός μου μόλις το είδε.

Πήγα κοντά στο κλουβί και του είπα μερικές φορές το όνομά του, ακριβώς όπως διάβασα σε ένα βιβλίο, πώς να εκπαιδεύσετε το ζωάκι σας. Σειρά είχε να συνηθίσει τη φωνή μου και μένα.
Πήρα ένα βιβλίο, ξάπλωσα στο χαλί μπρούμυτα και έβαλα το κλουβί δίπλα μου. Άρχισα να εφαρμόζω σαν μεγάλος εκπαιδευτής, ό,τι  είχα διαβάσει. Η φωνή μου επαναλάμβανε ανάμεσα στις φράσεις του κειμένου το όνομά του, γυρνώντας προς αυτόν για να καταλάβει ότι του μιλάω.  Ναι! Ήταν αρσενικό, γι’ αυτό και το όνομα αυτού Ντοντός. Το μικρό κομματάκι με τις τρυπίτσες   που έχουν πάνω από το ράμφος,   στα αρσενικά έχει   γκριζογάλαζο  χρώμα και στα θηλυκά είναι το χρώμα του δέρματος.
Άρχισα λοιπόν, να διαβάζω δυνατά και ήρεμα, διακόπτοντας κατά διαστήματα, και πλησιάζοντας το πρόσωπό μου στο κλουβί, έλεγα το όνομά του. Έπειτα συνέχιζα να διαβάζω.

Αυτό φίλοι μου, κράτησε μέρες. Σιγά-σιγά και αφού του μιλούσα και τον περιποιόμουν, οι κόποι μου άρχισαν να αποδίδουν. Ο Ντοντός  συνήθισε τη φωνή μου, άρχισε να ακούει το όνομά του, και άκουσα κι εγώ τη δική του φωνή. Είναι ακατάσχετα φλύαροι, με τον δικό τους τρόπο. Όταν γύριζα από τη δουλειά, πριν βάλω το κλειδί στη πόρτα, έστηνα αυτί. Ησυχία μέσα στο σπίτι. Μόλις όμως άκουγε το κλειδί στη πόρτα, άρχισε να φωνάζει, και όταν πλησίαζα για να του μιλήσω, ερχόταν κοντά στα κάγκελα και μου μιλούσε ακατάπαυστα. Τα παπαγαλάκια δεν είναι ούτε αηδόνια, ούτε καρδερίνες για να κελαηδούν. Είναι όμως λαλίστατα σας πληροφορώ. Λαλίστατα και πανέξυπνα. Και μονογαμικά.

Και ήρθε η μέρα, που του άνοιξα τη πόρτα του κλουβιού, για να βγει μέσα στο δωμάτιο. Είχα πάρει τα μέτρα μου να μη φύγει από τον χώρο.
Στην αρχή δίστασε, έπειτα βγήκε στο άνοιγμα, και στη συνέχεια με την προτροπή του χεριού μου, που του χτυπούσα ελαφρά με το δάχτυλο την κορυφή του κλουβιού, ανέβηκε πάνω στο κλουβί.  Χτύπησα λίγο το χέρι μου στην άκρη του κλουβιού, και το απομάκρυνα λίγο, αμέσως κατάλαβε, και πήδηξε πάνω στο χέρι μου.

Σε λίγες μέρες ο Ντοντός μου, ερχόταν στο χέρι μου, στο κεφάλι μου, στον ώμο μου και καθόταν ήσυχος χωρίς να τον ενοχλεί κανείς. Αλίμονο όμως σε όποιον ήθελε να με πλησιάσει. Άρχιζε να τον τσιμπάει, δηλώνοντας έτσι την κατοχή του. Σαν να φώναζε σε όλους ότι ήμουν δική του και μόνος αυτός είχε δικαιώματα!

Έπειτα από ένα διάστημα, του αγόρασα μια σύντροφο με όμορφο κατακίτρινο χρώμα και ο νονός ήταν πάλι ο μικρός μου ανιψιός. Την ονόμασε Μέη, οπότε μπήκε στο ίδιο κλουβί, που ήταν μεγάλο και είχε και πλαϊνό άνοιγμα. Αγόρασα και μια φωλιά και έβαλα μέσα ότι σχετικό βρήκα. Την κρέμασα στο πλαϊνό άνοιγμα και την άφησα εκεί.
Είχα τη τύχη να παρακολουθήσω όλη τη διαδικασία του φλερτ, και του ζευγαρώματος. Κι όταν πλέον είδα το θηλυκό να μπαίνει στη φωλιά και να τη φτιάχνει, κατάλαβα ότι θα γινόμουν μάρτυρας και του θαύματος της γέννησης.

Η Μέη έμενε στη φωλιά πια συνεχώς, και έβγαινε μόνο για φαγητό και νερό. Οι συνομιλίες μου με τον Ντοντό ήταν καθημερινές. Γιατί αν δεν του μιλούσα για μια μέρα, αντιμετώπιζα το θυμό του, που εκδηλωνόταν με διάφορους τρόπους. Μου πέταγε το μήλο κάτω από το κλουβί, μου γυρνούσε τη πλάτη όταν του μιλούσα! Μάλιστα, γυρνούσε από την άλλη δείχνοντάς μου ξεκάθαρα ότι ‘’είχε κόψει’’ μαζί μου. Έπειτα από λίγες μέρες του περνούσε και ξανά μου έδειχνε την αγάπη του.

Κλεφτά ανοίγοντας μια μέρα το καπάκι στο πάνω μέρος της φωλιάς, είδα έξι αβγά μικρά. Ήταν κάποια στιγμή που η Μέη βγήκε να πιει νερό. Ένοιωσα υπέροχα. Η μητέρα τα ζέσταινε αδιάκοπα, και ο πατέρας της πήγαινε τροφή στο στόμα. Όταν εκείνη ήθελε να ξεμουδιάσει, και να ξεδιψάσει, έπαιρνε εκείνος τη θέση της στη φωλιά.
Τα αβγά έσκασαν εκτός από ένα, που άγνωστο πώς, η φύση ξέρει, εκείνη ήξερε ότι ήταν κλούβιο. Το τρύπησε και το πέταξε έξω από τη φωλιά.
Βγήκαν πέντε μικρά κορμάκια σε ροζ σκούρο χρώμα, μια σταλίτσα. Και τα πέντε χωρούσαν στη χούφτα μου, και μάλιστα κλειστή. Δεν ξέρω πώς τρέφονταν, τσόφλια αβγού δεν βρήκα πουθενά. Πάντως πολύ γρήγορα απέκτησαν ένα χνούδι.  Το ζευγάρι ενωμένο τα φρόντιζε, μέχρι που ξεπετάχτηκαν και έβγαλαν υπέροχο φτέρωμα. Υπήρχε ένα ολόιδιο ο πατέρας, ένα στις αποχρώσεις του γαλάζιου και άσπρου, ένα πιο πολύ κίτρινο, ένα με πράσινο και μπλε, και ένα σε μπλε με μαύρο και άσπρο. Ήταν πανέμορφα!

Όταν άρχισαν να τρέφονται μόνα, μου έκανε εντύπωση που όταν πλησίαζαν τη μάνα, εκείνη τα τσιμπούσε άγρια και τα έδιωχνε.
Κατάλαβα ότι έπρεπε να χωρίσω τα παιδιά από τους γονείς. Κι έτσι πήραν  τη θέση τους στο μισό κλουβί. Έπρεπε να γίνουν ανεξάρτητα και να ακολουθήσουν τη δική τους πορεία! Το ζευγάρι άρχισε ξανά το φλερτ.

Το θηλυκό ουδέποτε έγινε φιλικό απέναντί μου. Απλά με δεχόταν σαν το άτομο που τα φρόντιζα. Δεν με άφηνε να την αγγίξω ποτέ χωρίς γάντι. Τσιμπούσε φοβερά. Ο Ντοντός μου όμως ήταν αξιαγάπητος.

Οι φίλοι απέκτησαν παπαγάλο εκείνη την περίοδο, και κράτησα μόνο το παπαγαλάκι που ήταν ολόιδιο ο πατέρας. Αυτό αργότερα το ζευγάρωσα με ένα ολόλευκο. Μια μέρα που είχα βγάλει τα δύο αρσενικά έξω από το κλουβί, έκανα λάθος και τα έβαλα πίσω σε λάθος κλουβιά.   Βγήκα από το δωμάτιο, για να τρέξω σε λίγο πίσω, όταν νόμιζα πως από τα σκουξίματα και τη φασαρία, κάτι είχε επιτεθεί στα κλουβιά. Το θέαμα που αντίκρισα ήταν φοβερό. Τα δύο αρσενικά στα κάγκελα να μου φωνάζουν και τα δύο θηλυκά να τα τσιμπάνε με μανία.
Ανοίγοντας τις πόρτες, όρμησαν το καθένα στο σωστό κλουβί, και όλα ησύχασαν ως δια μαγείας.

Όλα τα πλάσματα του Θεού τελικά, δρουν όπως τα έχει τάξει η φύση. Όλα παίρνουν και δίνουν αγάπη, και παίζουν το ρόλο τους στον κύκλο της ζωής. Κι εγώ εκείνο τον Φλεβάρη είχα πάρει το πιο ωραίο δώρο γενεθλίων.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Αναπόληση….



Πόσες φορές δεν φέρνω στο μυαλό μου, τα παιδικά μου χρόνια στις γειτονιές του Πειραιά.

Τότε που το να κλωτσάμε ένα άδειο κονσερβοκούτι ή να τσαλαβουτάμε στα λασπόνερα το θεωρούσαμε διασκεδαστικό παιχνίδι. 

Κατεβαίναμε στη Φρεατίδα, παιδιά ακόμα για να ρίξουμε στο νερό τη μικρή μας σχεδία φτιαγμένη από φελλούς  με ένα χαρτί περασμένο στις άκρες ενός ξύλου για πανί. Και την απιθώναμε στο κύμα   να την πάει όπου εκείνο ήθελε. 

Άλλες φορές πάλι, που ξεγελούσαμε την πείνα μας με φέτες ψωμί αλειμμένες με πελτέ παραβλέποντας με άνεση,  μέσα στην παιδική μας αφέλεια την απουσία της μαρμελάδας και του βουτύρου.

Και έπειτα από λίγα χρόνια, κάναμε τραγούδι μας τον ύμνο της ομάδας μας ξεκλέβοντας στιγμιότυπα του αγώνα τις πιο πολλές φορές απέξω από το γήπεδο.

Και μεγαλώσαμε, και σπουδάσαμε, και γινήκαμε κάποιοι. Και φύγαμε από τις φτωχογειτονιές με τις αυλές και τα γεράνια στους τενεκέδες. Και πήγαμε στα ψηλά κτίρια με τα πολλά κουτιά που λέγονται σπίτια. Και μείναμε με άλλους ανθρώπους, και γίναμε ξένοι μεταξύ ξένων. Διπλοκλειδώσαμε τις πόρτες μας γιατί οι καιροί άλλαξαν. Και οι αλάνες χάθηκαν και γέμισαν κτίρια. Και το χορτάρι θάφτηκε κάτω από το τσιμέντο.

 Γίναμε πιο κύριοι, επαγγελματίες καριέρας, συζητώντας και κλείνοντας δουλειές, πάνω από πιάτα με εκλεκτό μενού. Ακούμε και βλέπουμε ό,τι επιβάλλεται από την εποχή μας και από τον τρόπο ζωής που ταιριάζει στη τάξη μας. Και κάναμε οικογένειες που βλέπουμε ελάχιστα, στο κενό που μας αφήνει ο αγώνας της βιοπάλης.   Έχουμε αγωνία για τα αγαθά που θα αποκτήσουμε, ενόσω θέλουμε όλο και περισσότερα.

Και ξεχάσαμε  το άρωμα του  βρεγμένου χώματος, και το χορτάρι που χάιδευε τα πόδια μας.

Ξεχάσαμε  την ξεγνοιασιά και την ελευθερία. Την οικειότητα και το μεγαλείο της απλότητας.

Τώρα χορτασμένος πια, και κορεσμένος, με θολή εικόνα του σκοπού της ζωής μου, έχω φτάσει σε μια ηλικία που συχνά γυρίζω και ρίχνω τη ματιά μου προς τα πίσω.

Και αναπολώ τις στιγμές εκείνες, τις αυλές, τα ξυπόλητα πόδια που χάιδευε θαρρετά το κύμα, που δεν ήμουν πνιγμένος από τα κτίρια, και το τσιμέντο.
 Που δεν αντίκριζα μόνο γκρίζο ουρανό, αλλά ξαπλωμένος στο χορτάρι έβλεπα το καθαρό γαλάζιο περιτριγυρισμένος από κίτρινες και άσπρες μαργαρίτες.
Τότε,.. που με συστολή πλησίαζα τα κορίτσια και προσπαθούσα να κάνω τον άντρα, και να τους ξεκλέψω το πρώτο μου φιλί.

Νοιώθω ότι πίσω μου κοιτώντας δεν βλέπω μόνο ένα παιδί που τρέχει στις αλάνες τις γειτονιάς παίζοντας με τις πέτρες. Βλέπω και τον εαυτό μου.. που χάθηκε, σε μια εποχή... που θα ήθελα με όλη μου τη καρδιά να ξαναζούσα!


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο  
http://mytripssonblog.blogspot.gr/ στο ''Παίζοντας με τις λέξεις''

Ευχαριστώ την οικοδέσποινα του mytripssonblog που έκανε αυτό το υπέροχο δρώμενο, και που μου έδωσε την ευκαιρία να συμμετέχω για πρώτη φορά, απολαμβάνοντας από την αρχή ως το τέλος όλη την υπέροχη δημιουργική διαδικασία. Ευχαριστώ όσους βαθμολόγησαν και είπαν καλά λόγια για τη συμμετοχή μου. Και επίσης είχα τη χαρά να διαβάσω τις τόσο υπέροχες δημιουργίες. Συγχαρητήρια σε όλους!

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Ο Δαχτυλήθρας!!

δικό μου σκίτσο


Σε μια μακρινή πολιτεία, σε ένα σπίτι στην άκρη της πόλης ζούσε η Κρινιώ με τη μητέρα της την κυρία Ακριβή.
Ο πατέρας είχε χαθεί νωρίς και η οικογένεια ζούσε από τις ικανότητες της μητέρας στο κέντημα. Και τα κεντητά αυτά ήταν τόσο περίτεχνα φτιαγμένα που ήταν περιζήτητα και σε γειτονικές πολιτείες.

Η τέχνη του κεντήματος πήγαινε από μάνα σε κόρη, και φυσικά απαιτούσε όλα τα απαραίτητα εργαλεία για τα υπέροχα κεντητά.

Σ’ αυτό το σπίτι λοιπόν, ζούσε κι ο Δαχτυλήθρας. Μια μικρή παιδική δαχτυλήθρα, με περίτεχνα σχέδια χαραγμένα  επάνω στο μέταλλό της, μεγάλης ηλικίας , αλλά μικρής στο μέγεθος. Ο Δαχτυλήθρας,  κάθε μέρα βοηθούσε τη Κρινιώ να διδαχθεί κι εκείνη με τη σειρά της τις βελονιές, τα μυστικά και τους συνδυασμούς των κλωστών και των χρωμάτων.
Στον τοίχο,  ένα μικρό ράφι, φιλοξενούσε τα εργαλεία της δουλειάς. Ένα όμορφο κουτί ραπτικής, που ήταν χωρισμένο σε θέσεις, και που στην κάθε μία,  υπήρχε και ένα χρώμα κλωστής.   Δίπλα ακριβώς σε αυτό το κουτί, ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο μαξιλαράκι,  με  ένα σωρό βελόνες  καρφωμένες πάνω. Ξαπλωμένες   περνούσαν το χρόνο τους κουτσομπολεύοντας συνεχώς,   ρίχνοντας κλεφτές ματιές σε μια σειρά από δαχτυλήθρες τοποθετημένες στη σειρά στην αρχή του ραφιού, ακριβώς δίπλα στο παράθυρο. Το ενδιαφέρον τους το τραβούσε ο μικρός μας ήρωας,  που καθόταν μπροστά-μπροστά με περισπούδαστο ύφος.

 Ο Δαχτυλήθρας καθόταν πάντα μπροστά από τις άλλες δακτυλήθρες, σαν επίσημος βοηθός της μικρής κυρίας του, και περηφανευόταν μάλιστα ότι καμία δουλειά δεν θα τελείωνε και κανένα σχέδιο δεν θα έδειχνε ωραίο, αν εκείνος δεν επιστατούσε. Όλοι μα όλοι, από τις άλλες δαχτυλήθρες μέχρι τις παραμάνες, τις βελόνες, τις κλωστές και τα ψαλιδάκια, όλα ήθελαν τη παρέα του Δαχτυλήθρα, όμως εκείνος πάντα σαν βασιλιάς προτιμούσε την μοναξιά της δόξας και του μεγαλείου του.

Κι έτσι ο καιρός περνούσε, για τον μικρό Δαχτυλήθρα που διόλου δεν τον ένοιαζαν τα χαχανητά και οι κουβέντες που έρχονταν από τη μεριά που ήταν ξαπλωμένες οι βελόνες. Όταν δεν δούλευε, αγνάντευε από το παράθυρο τη κίνηση στη πόλη, και άφηνε τη ματιά του να απλωθεί πέρα στους κάμπους και τα καταπράσινα λιβάδια. Και το βράδυ κοιμόταν για να ξυπνήσει το επόμενο πρωί, περιμένοντας με λαχτάρα τη Κρινιώ για να κεντήσουν.

Οι άλλοι ενοχλούνταν από τη περιφρόνηση του μικρού, αλλά  βλέποντας πως αυτός προτιμούσε όταν δεν δούλευε να μη τους μιλάει, δεν έλεγαν κουβέντα.

 Σήμερα είναι μια σπουδαία μέρα. Η Κρινιώ θα γυρίσει από το σχολείο, και μετά το διάβασμά της,  θα μάθει   μια δύσκολη βελονιά, και ο Δαχτυλήθρας μας   χρειάζεται όλη τη μαεστρία του, για να σπρώχνει τη βελόνα σωστά στο κέντημά της. Μόλις παίρνει το πανί της και τη βελόνα με τη κλωστή, ο Δαχτυλήθρας …τσουπ…. πηδάει και φοριέται στο δάχτυλό της και αρχίζει να σπρώχνει τη βελόνα, βοηθώντας κι αυτός να δημιουργηθεί ένα μικρό αριστούργημα.
Μόλις τελειώνει ένα κεντητό, νοιώθει μεγάλο καμάρι για το δημιούργημα αυτό και δώστου και θαυμάζει τα σχέδια και το συνταίριασμα των χρωματιστών κλωστών.

Έτσι περνούσαν οι ώρες στο μικρό σπίτι, και στη συνέχεια οι μήνες και τα χρόνια.  Η κυρία Ακριβή  μεγάλωσε και η Κρινιώ επίσης. Έγινε μια νέα γυναίκα, που συνέχιζε να κεντάει και να κάνει τη δουλειά που έκανε η μητέρα της. Την αγαπούσε αυτή τη δουλειά, και για να είμαστε ειλικρινείς δεν ήταν απλά δουλειά. Ήταν χαρά, αγάπη δημιουργίας.
 Όμως δεν ήταν όλοι χαρούμενοι σε αυτό το σπίτι πια.
Ο μικρός Δαχτυλήθρας, γινόταν όσο περνούσαν τα χρόνια, όλο και πιο δυστυχισμένος, όλο και πιο σιωπηλός. Του κάκου οι κάτοικοι του ραφιού, προσπαθούσαν να τον ρωτήσουν τι έχει. Εκείνος κλειστός σαν στρείδι. Η μοναξιά που ένοιωθε μέσα στη καρδούλα του ήταν απέραντη. Και ο λόγος αυτής της μεγάλης δυστυχίας,  ήταν ότι η Κυρά του εδώ και χρόνια είχε σταματήσει να αποζητά τη βοήθειά του. Είχε μεγαλώσει και ο μικρούλης μας δεν ήταν πλέον στα μέτρα της. Έτσι άρχισε να χρησιμοποιεί τις άλλες δαχτυλήθρες  που πήραν μπροστινή θέση στο ράφι κι εκείνος  βρέθηκε σε θέση,  πίσω από αυτές. Ούτε από το παράθυρο μπορούσε να βλέπει τίποτα πια, και  πίστευε ότι ως και οι κουτσομπόλες βελόνες  χαίρονταν με τον ξεπεσμό του.

Ήταν απελπισμένος και αισθανόταν τόσο μα τόσο άχρηστος. Τότε θυμήθηκε το χώρο εξορίας του ραφιού. Ήταν ένα κουτάκι  στην άλλη άκρη, πίσω-πίσω, και μέσα έμπαινε ό,τι ήταν άχρηστο πλέον. Θυμόταν,  ένα ψαλιδάκι που του έφυγε η βίδα, το έβαλαν στο κουτί και έκλεισαν  το καπάκι. Εκεί παρέμενε το ψαλιδάκι ξεχασμένο από όλους. Και ο φόβος του Δαχτυλήθρα πως αυτή θα ήταν η κατάληξή του όλο και μεγάλωνε.
Κι έτσι ένα βράδυ πήρε τη μεγάλη απόφαση. Με τον πρώτο επισκέπτη που θα ερχόταν, θα προσπαθούσε να πηδήξει στη τσέπη του, και να φύγει από αυτό το σπίτι, που όλοι ξέχασαν την ύπαρξή του, και κανείς πλέον δεν εκτιμούσε την αξία του.

Μια μέρα που ήρθε μια πελάτισσα για ένα κέντημα, και την ώρα που μια κλωστή τσακωνόταν με μια βελόνα και όλοι παρακολουθούσαν, δίνει ένα σάλτο στοχεύοντας τη τσέπη του πανωφοριού της. Όμως όπως η γυναίκα στεκόταν δίπλα στο παράθυρο, αντί να προσγειωθεί στη τσέπη της, προσγειώθηκε άτσαλα στην άκρη του ανοιχτού παραθύρου.
Στην προσπάθειά του να σηκωθεί, χάνει την ισορροπία του και πέφτει έξω από το παράθυρο.
Για καλή ή κακή του τύχη, από κάτω περνούσε ένας σκύλος. Έτσι ο Δαχτυλήθρας βρέθηκε πεσμένος και μπλεγμένος στις μπερδεμένες σγουρές του τρίχες.
Δύο τσιμπούρια που στέκονταν πιο κει, τον πήραν είδηση, και πλησίασαν με βιάση να δουν το παράξενο πράγμα που παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά τους.
Με το που αντίκρισαν τη μεταλλική σπηλιά, άρχισε η μία να λέει ότι είναι ωραίο για σπίτι της, όταν θέλει να ξαποστάσει μετά το τσιμπούσι. Μάταια ο δόλιος Δαχτυλήθρας προσπαθούσε να πει, ότι εκείνος ήταν φτιαγμένος για σπουδαία πράγματα, κι ότι προερχόταν από σπίτι που φτιάχνονταν αριστουργήματα. Κανένα τσιμπούρι δεν τον άκουγε μια και το καθένα τον διεκδικούσε σαν στέγη για τον εαυτό του. Γρήγορα πιάστηκαν στα χέρια, και ο καβγάς έφερε μεγάλη φαγούρα στο σκύλο, που σταμάτησε δίπλα στο σιντριβάνι για να ξυστεί.
Αυτή ήταν η ευκαιρία για τον Δαχτυλήθρα να την κοπανήσει από εκεί, μια και δεν ήταν στα σχέδιά του να γίνει το σπίτι ενός τσιμπουριού ή και δύο αν συγκατοικούσαν .
Δίνει ακόμα ένα σάλτο, και πέφτει στο γείσο του σιντριβανιού.  Για καλή του τύχη δεν προσγειώνεται στο νερό μα έξω στο χώμα.
Ο σκύλος ξύστηκε και συνέχισε το δρόμο του και τα τσιμπούρια έμειναν χωρίς στέγη.

Ο μικρός Δαχτυλήθρας είχε μείνει στο δρόμο, μετανιωμένος κατά βάθος που έχασε την ασφάλεια του ραφιού του, όμως προσπαθούσε έτσι όπως έμπλεξε να δει τι θα κάνει.
Δεν πρόλαβε να το σκεφτεί, και το πόδι ενός περαστικού του έδωσε κατά λάθος μια κλωτσιά και τον έστειλε στη βάση του σιντριβανιού, σε μια λακκούβα για τους μεγαλόσωμους, χαράδρα γι’ αυτόν , γεμάτη λάσπη.
Πέρασε μια εβδομάδα και ο Δαχτυλήθρας ήταν ακόμα στη λακκούβα, ξεχασμένος από όλους. Τα σχέδιά του δε φάνταζαν περίτεχνα πια κι εκείνος ήταν απελπισμένος και κρύωνε κιόλας.
Ωστόσο ένα πρωινό που το σιντριβάνι είχε καθαριστεί και είχαν κυλίσει νερά έξω, λίγες σταγόνες καθάρισαν μια ακρούλα του μετάλλου του. Και μια παιχνιδιάρα αχτίδα έριξε το φως της στο κορμάκι του, δημιουργώντας μια μικρή αντανάκλαση.
Αυτή την αντανάκλαση πρόσεξε ένας ηλικιωμένος που πήγαινε να ανοίξει το μαγαζί του και έσκυψε να δει τι ήταν αυτό που γυάλισε για μια στιγμή.
Το χέρι του σωτήρα του, έτριψε λίγο τη λάσπη από το μικρό πραγματάκι, και στη συνέχεια το πήρε μαζί του.

Το μαγαζί του ήταν ένα παλαιοπωλείο, με ένα σωρό πράγματα στη μικρή βιτρίνα και στα ράφια του. Τσαγιέρες, πίνακες, βιβλία, κουδουνάκια, …ένα σωρό παράταιρα όμορφα και άλλα λιγότερο όμορφα πραγματάκια που ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού πουλούσε σε όσους τα ήθελαν.
Ο Δαχτυλήθρας καθαρίστηκε, γυαλίστηκε και μπήκε σε ένα μικρό δίσκο πάνω στο πάγκο του μαγαζιού. Σίγουρα ο δίσκος δεν ήταν λακκούβα με λάσπες, ούτε το βρώμικο τρίχωμα ενός σκύλου χωρίς σπίτι. Ωστόσο δεν έπαυε να είναι μόνος, να νοσταλγεί το σπίτι του, και το ράφι του. Ακόμα και οι βελόνες με το κουτσομπολιό τους του έλειπαν.

Έμεινε σε αυτό το δίσκο δύο χρόνια, χωρίς κανείς να τον ζητήσει ή να πει ότι τον χρειάζεται.
Μια μέρα το καμπανάκι της πόρτας γέμισε με νότες την ατμόσφαιρα του μικρού μαγαζιού, σημάδι ότι η πόρτα είχε ανοίξει και είχε μπει πελάτης. Όλα τα πράγματα του μαγαζιού, όπως κάθε φορά, έπαιρναν την καλύτερη πόζα τους. Όλα, …εκτός από τον Δαχτυλήθρα που αυτά τα δύο χρόνια, είχαν κάνει μεγάλη ζημιά στο ηθικό του, και δεν νοιαζόταν για τίποτα πια.
Μα μια γνωστή φωνή, του ξύπνησε θύμισες από παλιά, και του έφερε στο μυαλό εικόνες που λαχταρούσε η μεταλλική καρδούλα του.

Σήκωσε το κεφαλάκι του, και αντίκρισε τη πελάτισσα, που δεν ήταν άλλη από την Κρινιώ, τη Κυρά του.
Η Κρινιώ έδωσε τη παραγγελία της στον Πέτρο τον παλαιοπώλη, και άρχισε να χαζεύει τριγύρω.
Ξαφνικά το βλέμμα της έπεσε πάνω στον Δαχτυλήθρα.
Βγάζοντας μια φωνή, λέει:
-Αχ κυρ Πέτρο, αυτή η δαχτυλήθρα, μοιάζει με κάποια που είχα όταν μάθαινα να κεντώ. Δεν την έχω πια, και δεν ξέρω τι έγινε, αλλά αυτή…. ναι… βέβαια, είναι ολόιδια.  Θα την αγοράσω!
Ο παλαιοπώλης τη ρώτησε:
-Είναι τόσο μικρή, δεν θα σε βοηθήσει πουθενά.

-Α κυρ Πέτρο, μια τέτοια δαχτυλήθρα χάρισε η γιαγιά μου στη μητέρα μου, κι εκείνη με τη σειρά της σε μένα όταν μάθαμε να κεντάμε.  Στο σπίτι μου, μια τέτοια δαχτυλήθρα,  πάει από μάνα σε κόρη. Κι εγώ δεν μπορούσα να  χρησιμοποιήσω πια τη δική μου, αλλά τη φύλαγα με αγάπη γιατί σε λίγα χρόνια θα την έδινα στη κόρη μου, κι αυτή αργότερα με τη σειρά της στη δική της κόρη. Κι αφού έχασα τη δική μου, τότε θα πάρω αυτήν και θα λέω ότι είναι η δαχτυλήθρα που πάει από την παλιά γενιά στη νεότερη.

Για πρώτη φορά ο Δαχτυλήθρας κατάλαβε το μέγεθος της ματαιοδοξίας του, το πόσο πολύ τον ενδιέφερε μόνο ο εαυτός του και τίποτα δεν είχε παρακολουθήσει για όσους έμεναν στο σπίτι του, κι ακόμα κατάλαβε πως αν δεν ήταν τόσο κακομαθημένος και επαρμένος, και είχε υπομονή, γρήγορα θα γινόταν πάλι χρήσιμος. Κανείς δεν τον είχε παραπετάξει στην πραγματικότητα, παρά μόνο ο πληγωμένος εγωισμός του.


Ποτέ δεν είχε νοιώσει μεγαλύτερη χαρά, απ’ όση ένοιωθε τώρα που η Κυρά του τον γυρνούσε σπίτι, και ποτέ δεν ξέχασε τη χαρά των υπολοίπων στο ράφι όταν τον ξαναείδαν, που σήμαινε ότι δεν ήταν των υπολοίπων  η καρδιά ερμητικά κλειστή, παρά η δική του που δεν ήξερε να αναγνωρίζει την αγάπη των άλλων και να τους δίνει την ευκαιρία να του τη δείξουν.


Η παραπάνω ιστορία μου, είναι η συμμετοχή μου στο δρώμενο του blog Η ζωή είναι ωραία

και που τιτλοφορείται  ''ΦΤΙΑΞΕ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙ!''

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Όταν γεννιέται η Ελπίδα…!!


Ήταν μια σκοτεινή βραδιά στο τέλος του  χειμώνα! Τα πάντα γύρω σιωπηλά και κάποτε το κρώξιμο κάποιας  κουκουβάγιας,  έσπαγε   τη σιγαλιά και  έδινε μια απόκοσμη νότα στην ατμόσφαιρα. Οι κάτοικοι του μικρού χωριού, ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους από νωρίς. Όλα τα ζώα ήταν λουφαγμένα στις φωλιές τους, και τα πάντα ήταν λες και κρατούσαν την ανάσα  τους. Ούτε καν φύλλο  δέντρου δεν κουνιόταν, τηρώντας  λες κι αυτό, έναν  παράξενο όρκο σιωπής.

Κανείς φυσικά δεν θα σκεφτόταν να κυκλοφορήσει μόλις άρχιζε να σουρουπώνει. Πόσο μάλλον τώρα, που  της νύχτας το πέπλο είχε καλύψει τα πάντα τριγύρω.

Δεν ήταν ένα συνηθισμένο μαύρο τοπίο.   Ήταν η εικόνα ενός τόπου,  που ο φόβος  μάκραινε το χρόνο και έδινε στο κακό το μεγαλείο και την αίγλη του.
  Ούτε μια φωτιά δεν φαινόταν να καίει πουθενά. Ούτε ένας καπνός δεν φανέρωνε ότι υπήρχε ζωντανό πλάσμα που αποζητούσε να ζεσταθεί.

 Δεν ήταν πάντα φωλιασμένος ο φόβος σε αυτό το μέρος. Ήταν κάποτε ένα αγαπημένο χωριό   που έσφυζε από ζωή,  γέλια, τρεχαλητά, τραγούδια,   νερά που κυλούσαν γάργαρα, δέντρα που χάριζαν απλόχερα τη σκιά τους,  για να προστατευθείς  από το μεσημεριανό λιοπύρι. Πουλιά που σε συντρόφευαν με το κελάηδισμα τους και λουλούδια που σκόρπιζαν την ευωδιά τους παντού.

Μια ζοφερή νύχτα όμως, τα άλλαξε όλα, όταν ,  στη κορυφή του λόφου,  το ζηλόφθονο κακό, έστησε το αρχηγείο του. Έναν κατάμαυρο πύργο με  σκοτεινούς  ενοίκους. Ήταν πλάσματα από έναν άλλο κόσμο, που κανείς δεν θα ήθελε να γνωρίσει,  με σκελετωμένα χέρια και ρουφηγμένα πρόσωπα, με μάτια βυθισμένα στις κόγχες τους. Μόλις  η νύχτα πήρε τη θέση της στο θρόνο της,  ξεχύθηκαν σε όλη τη πλάση, σκορπίζοντας το φόβο, αποζητώντας να κατευνάσουν τη πείνα τους. Τρέφονταν  με τον τρόμο και με το γκρέμισμα της ελπίδας των  ανθρώπων για το αύριο. Δυνάμωναν στερώντας τη χαρά, το γέλιο, το τραγούδι. Και για να το πετύχουν αυτό πιο εύκολα, χτυπούσαν  κάθε παιδική ύπαρξη της γης.   Τα τρυφερά αυτά πλάσματα, φυλακίζονταν στον πύργο, και με τον καθημερινό τρόμο τους μακριά από τα σπίτια τους και τους γονείς τους που τους έδιναν περισσή αγάπη, έχαναν  την αθωότητά τους, το τραγούδι τους, τη παιδική ξεγνοιασιά, και στράγγιζαν μέρα με τη μέρα,  μένοντας στο τέλος τρομοκρατημένα άψυχα κουφάρια.

 Κι όσο ο φόβος βασίλευε στην πλάση,  η  λαίλαπα που σάρωνε τα πάντα στο διάβα της, δυνάμωνε και κανείς δεν μπορούσε να τη νικήσει.  Στην αρχή πολλοί προσπάθησαν να ανέβουν   το λόφο. Αλλά ήταν μάταιο.   Τους δρόμους και τα μονοπάτια τα έκλειναν σκληρά αγκάθια, και άγριοι γύπες φυλούσαν τα περάσματα. Κάθε βράδυ από τότε, το αδηφάγο   λεφούσι   έβγαινε για κυνήγι, για να ρουφήξει κάθε ελπίδα που είχε γεννηθεί με το φως του ήλιου.
Οι νεράιδες του καλού, βλέποντας τα δεινά που έπληξαν τον κόσμο,  προσπαθούσαν να βρουν ένα τρόπο να βοηθήσουν τους ανθρώπους, που ο φόβος τους είχε μουδιάσει το σώμα και το μυαλό, και που πάντα όταν γίνεται κυρίαρχος, βυθίζει κάθε ζωντανό πλάσμα σε απελπισία , παραλύει τη σκέψη, και στερεί κάθε βούληση. Γνώριζαν όμως καλά πως όσο ο  πανικός  κυριαρχούσε, το κακό ήταν άτρωτο και δεν μπορούσε κανείς να το πολεμήσει. Έτσι κατέληξαν σε ένα και μοναδικό σχέδιο.

Το επόμενο πρωί, ο Γιάννος, ο προεστός του χωριού,    σεργιανούσε στο ποτάμι, όταν άκουσε μια υπέροχη μουσική, να βγαίνει μέσα από τις καλαμιές. Κι όπως έσκυψε να δει, παραμερίζοντας τα καλάμια, τα μάτια του αντίκρισαν  ένα πανέμορφο κοριτσάκι  με λαμπερά μαλλιά σαν τον ήλιο, να κάθεται κατάχαμα και   από ένα φύλλο που κρατούσε στα χείλη να παίζει μουσική.
Ξαφνιασμένος για λίγο, ένιωσε ένα ξεχασμένο σκίρτημα και έσκυψε προς το κοριτσάκι που θα ήταν πέντε με έξι χρόνων. Μόλις τον είδε σταμάτησε να παίζει, του χαμογέλασε και έβαλε το χεράκι της, μέσα στο δικό του ροζιασμένο χέρι.   Το πήγε σπίτι του.  Όσοι τους είδαν να περνούν, τους ακολούθησαν, ειδοποιώντας στο δρόμο και τους υπόλοιπους.  Γρήγορα το σπίτι ήταν γεμάτο κόσμο.

Η Ελισσώ, η γυναίκα του Γιάννου, έχυσε ένα δάκρυ κρατώντας τη μικρούλα στην αγκαλιά της. Και ακούστηκε ξέπνοη η φωνή της.

-Πώς σε λένε; Και η μικρή απάντησε με κελαρυστή φωνούλα…. Ελπίδα!..

-Μόλις βραδιάσει θα την ακούσουν και θα την αρπάξουν και αυτήν. Δεν γίνεται να την κρατήσουμε εδώ. .. φώναξε κάποιος  με φόβο.

-Για να τη φέρει σε μας το ποτάμι, είπε ο Γιάννος, μιλώντας έπειτα από πολλή ώρα, υπάρχει κάποιος λόγος. Τη νύχτα θα τη κρύβουμε στη σπηλιά πίσω από τον μεγάλο καταρράχτη. Έτσι, όποια φασαρία, θα καλυφθεί από τον  θόρυβο των ορμητικών νερών. Και θα τη φυλάει κάθε βράδυ ένας από εμάς. Και προσοχή! Πρέπει  να προσπαθήσουμε να μη τη σκεφτόμαστε και να μην αισθανόμαστε τίποτα, ώστε να μη καταλάβουν τι κρύβουμε.

Όλοι συμφώνησαν, και μια ολοκαίνουργη ζωντάνια  έδωσε χρώμα για λίγο στην ατμόσφαιρα.  Κοιτώντας την μικρή Ελπίδα, ένιωσαν μέσα τους   πως το  ξεραμένο κλαράκι της ελπίδας στη ψυχή τους , βλάστησε ξανά.

Ο καιρός περνούσε, και η μικρή Ελπίδα - ένα   όμορφο πλάσμα, γεμάτο πρωτότυπα χαρίσματα – κατά τη διάρκεια  της ημέρας, γέμιζε  μουσική τον τόπο. Τα ζώα την ακολουθούσαν παντού, ψιθύριζε στα δέντρα και αγκάλιαζε τους κορμούς τους, κι αυτά πετούσαν καινούργια βλαστάρια.  Ξάπλωνε στη γη και λες και αφουγκραζόταν το χώμα και μιλούσε στα πλάσματα που κατοικούσαν μέσα σε αυτό, και στη συνέχεια έχωνε   σπόρους στη γη που αμέσως άνθιζαν.   Τα λουλούδια έγερναν προς το μέρος της,  στο πέρασμά της.  Μερικές φορές οι κάτοικοι του χωριού, σκέφτονταν πως αν η Άνοιξη είχε παιδί, θα ήταν ίδιο με την μικρή Ελπίδα! Ό,τι απορίες είχαν, δεν τις εξέφραζαν και είχαν συγκεντρώσει τη προσοχή τους, στην προστασία του μικρού θησαυρού τους από το σούρουπο μέχρι το ξημέρωμα.
Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Ήξεραν ότι τα παιδιά τους, η χαρά της ζωής τους ήταν στον πύργο και βασανίζονταν, και όσο γελούσε η Ελπίδα,… όσο το τραγούδι της και η μουσική της σφράγιζαν τα ηλιόλουστα πρωινά, όσο τα χεράκια της χάιδευαν τα λουλούδια και τα δέντρα και τα γέλια της ανακατεύονταν με τα χαρούμενα ξεφωνητά των ζώων, οι προσδοκίες τους μεγάλωναν ότι θα τα ξανάβλεπαν και θα τα γύριζαν ασφαλή πίσω κοντά τους, και ο φόβος τους μίκραινε.

Ένα πρωινό,  που μαζεμένοι συζητούσαν, όπως έκαναν συχνά τελευταία,  η Ελπίδα ήταν μπροστά όπως πάντα κάθε πρωί, και για πρώτη φορά, από εκείνο το βράδυ, άρχισαν με θάρρος να συζητούν την  πιθανότητα να υπάρχει κάποιος τρόπος να νικήσουν το κακό.
Έκπληκτοι άκουσαν τη κελαρυστή φωνή της μικρούλας που τους είχε έρθει άγνωστο από πού, να λέει ένα τραγούδι με τους εξής στίχους:

-Ο ήλιος δίνει τη ζωή, σε ολόκληρη τη πλάση
Τη δύναμη αυτή κανείς , δε θα την ξεπεράσει.
Κι αφού αυτήν την χάνουμε σαν έρχεται το βράδυ
Τη μέρα ας γίνει όπλο μας ενάντια στο σκοτάδι!
Το φόβο όλοι ας διώξουμε κι όλοι ας οπλιστούμε,
Γιατί μόνο έτσι φίλοι μου, τη νίκη θα γευτούμε.

Όλοι την κοιτούσαν πια ξαφνιασμένοι. Είχαν πλέον σιγουρευτεί, ότι κάποια μαγική δύναμη κρυβόταν πίσω από την παρουσία της Ελπίδας.
Ο Γιάννος σκύβει κοντά της και της λέει:

-Τι όμορφο τραγούδι τραγουδάς κορίτσι μου; Τώρα καθαρά πλέον νοιώθουμε τι πρέπει να κάνουμε, και θα το κάνουμε όλοι μαζί, για τα παιδιά μας και για το καλό.  Σου χρωστάμε πολλά. Βρήκαμε τη δύναμη να παλέψουμε για να πάρουμε πίσω τη χαρά της ζωής μας, πολεμώντας με όποιον τρόπο.

Μπροστά στα έκπληκτα αυτιά όλων, η μικρή άλλαξε μορφή, και μπροστά τους παρουσιάστηκε η πανέμορφη Νεράιδα των νερών,  Ελπίδα, με τα μεταξένια φτερά.  

- Ξέραμε κι εγώ και οι αδελφές μου, ότι μόνο μια παιδική μορφή, και ένα παιδικό τραγούδι θα δυνάμωνε τις ψυχές σας και θα θέριευε τη θέληση σας για να πολεμήσετε και να πάρετε πίσω τα παιδιά σας που τόσο λαχταράτε! Κάντε ό,τι  είναι να κάνετε, και σε δύο μέρες , μόλις βγει ο ήλιος, θα βρεθούμε όλοι στον καταρράκτη!   

Τις επόμενες δύο νύχτες, τα τέρατα έμειναν νηστικά! Ούτε μια σπιθαμή φόβου δεν βρήκαν σε αυτό το χωριό να τραφούν.  Γιατί οι κάτοικοι έκαναν τα σχέδια τους, με μια φοβερή αποφασιστικότητα και οξύνοια. Έδιωξαν και  μαντατοφόρους σε διπλανά χωριά, καλώντας ενισχύσεις. Μάζεψαν σπαθιά, μάζεψαν ότι μεταλλικό είχαν, που οι γυναίκες το είχαν γυαλίσει με μανία, και σε δύο μέρες οι κάτοικοι μαζί με πολλούς άλλους από άλλα μέρη,  συγκεντρώθηκαν στους καταρράκτες.

 Με μια κίνηση του ραβδιού της, η γη ή το νερό ή ο ήλιος, κανείς δεν πρόλαβε να καταλάβει,    παρουσίασε μπροστά τους, άλλες επτά Νεράιδες που κρατούσαν όλες  ασπίδες που έλαμπαν. Υπήρχαν παντού και μικρά ξωτικά, που κι αυτά θα έπαιρναν μέρος στη μάχη. Όλοι ενάντια στο κακό.  Με τα ραβδιά τους οι Νεράιδες, έκαναν  ότι μεταλλικό κρατούσαν οι άνθρωποι, να αποκτήσει μια πρωτόγνωρη λάμψη, με τη συνδρομή του ζωοφόρου Ήλιου.

 Κι όλοι μαζί, κάτω από τη σκέπη του,  πήραν το δρόμο προς το λόφο. Τον κύκλωσαν κι από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Τοποθέτησαν τις ασπίδες αντικριστά ανά δύο , έτσι ώστε να αντανακλούν οι αχτίδες του ήλιου. Και μόλις η μουσική της Νεράιδας Ελπίδας γέμισε τα αιθέρια, έστρεψαν τη δέσμη φωτός,  πάνω στο μαύρο κτίσμα.

Τα αγκάθια παραμέρισαν στη στιγμή και έβγαλαν λουλούδια και οι γύπες μεταμορφώθηκαν σε αετούς που πέταξαν ελεύθεροι στον ουρανό.
Και το καταραμένο κτίσμα, θαρρείς και δεν ήταν από πέτρα, αλλά από ξύλο που είχε σταχτιάσει η  φωτιά,   άρχισε να διαλύεται σαν  σκόνη. Τα ουρλιαχτά από τα τέρατα γέμισαν τον αέρα ενώ σωριάζονταν κάτω διαλυμένα κι αυτά. Ο πύργος χάθηκε και το μόνο που έμεινε, ήταν αμέτρητα κορμάκια, κουρνιασμένα το ένα κοντά στο άλλο, άλαλα και ανέκφραστα. Μα μόλις ένιωσαν  τη ζέστη του ήλιου, άκουσαν το τραγούδι των πουλιών, και μύρισαν την ευωδιά των λουλουδιών, το χρώμα άρχισε να επιστρέφει στα προσωπάκια τους, να ανοίγουν τα ματάκια τους και αντικρίζοντας τους γονείς τους με ύφος σαν να ξυπνούν από κακό όνειρο, να σηκώνονται όρθια.

Κανείς δεν κατάλαβε ποιος έτρεξε πρώτος, αλλά και δεν είχε σημασία. Το σημαντικό ήταν ότι χιλιάδες παιδικές φωνές και γέλια, ξεχύθηκαν στη πλαγιά και γέμισαν τις για καιρό άδειες αγκαλιές των γονιών τους. Άλλα άρχισαν να τρέχουν στο δρόμο που οδηγούσε σε άλλες πόλεις, για να γυρίσουν σπίτια τους με τη βοήθεια του Νεραιδόκοσμου, ενώ κραυγές θριάμβου έσμιγαν με το πανηγύρι της φύσης.

Και η Ελπίδα; Η Ελπίδα χαμογελούσε, τραγουδώντας το τραγούδι που έγινε από τότε,  ο ύμνος των ανθρώπων ενάντια στο κακό.

-Ο ήλιος δίνει τη ζωή, σε ολόκληρη τη πλάση
Τη δύναμη αυτή κανείς , δε θα την ξεπεράσει.
Κι αφού αυτήν την χάνουμε σαν έρχεται το βράδυ
Τη μέρα ας γίνει όπλο μας ενάντια στο σκοτάδι!
Το φόβο όλοι ας διώξουμε κι όλοι ας οπλιστούμε,
Γιατί μόνο έτσι φίλοι μου, τη νίκη θα γευτούμε.


Η παραπάνω ιστορία μου, είναι η συμμετοχή μου στο δρώμενο του blog Η ζωή είναι ωραία
και που τιτλοφορείται  ''ΦΤΙΑΞΕ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙ!''

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Η σφραγίδα μας στο χρόνο!

2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ.....!


Κάθε μέρα δεν είναι μια απλή μέρα. Είναι μια μέρα που αφήνει τα σημάδια της στο χρόνο και στην ιστορία της γης και του ανθρώπου.

2 Φεβρουαρίου σήμερα και μπορούμε να σκεφτούμε πόσες και ποιες ημέρες σαν σήμερα έχει βιώσει ο άνθρωπος και τι γεγονότα έχουν συμβεί που έχουν σημαδέψει τη πορεία μας.

Η Ματθίλδη γίνεται η πρώτη βασίλισσα της μεσαιωνικής Αγγλίας έπειτα από την ήττα του βασιλιά Στέφανου το 1141 στις 2 Φεβρουαρίου στη μάχη του Λίνκολν.
 Το 1207   ιδρύεται η Terra Mariana, η οποία περιλαμβάνει τη σημερινή Εσθονία και Λετονία, το 1461 στον  Πόλεμο των Ρόδων  διεξάγεται στην Αγγλία η μάχη του Μόρτιμερ Κρος, ενώ το 1536 ο Ισπανός Πέντρο ντε Μεντόζα ιδρύει το Μπουένος Άιρες στην Αργεντινή.

Το 1709 ο  Αλεξάντερ Σέλκιρκ διασώζεται αφού είχε ναυαγήσει σε ένα έρημο νησί, εμπνέοντας τον Ντάνιελ Ντεφόε να γράψει το βιβλίο Ροβινσώνας Κρούσος, και το 1848 στον Αμερικανομεξικανικό πόλεμο, υπογράφεται η Συνθήκη Γουαδελούπης Χιντάλγκο.

Το1914  κάνει πρεμιέρα η ταινία Για να κερδίσει το ψωμί του, στην οποία κάνει την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση ο Τσάρλι Τσάπλιν, ενώ το 1943 στον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο, τα σοβιετικά στρατεύματα αποδέχονται την παράδοση των 91000 εναπομείναντων ανδρών των δυνάμεων του Άξονα, τερματίζοντας έτσι τη μάχη του Στάλινγκραντ.

 Το 1960 δίνεται στους πολίτες αρνητική απάντηση στις αιτήσεις τους για την κατάργηση της συνδρομής προς το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας."Ουδείς κάτοχος ραδιοφώνου απαλλάσσεται της κατά νόμον υποχρεώσεώς του ταύτης πλην των τυφλών και των χανσενικών", ανακοινώνεται επιγραμματικά.
 Οι κάτοικοι του Αιγάλεω το 1961 απειλούν με πρόκληση βίας αν δεν κλείσει η χωματερή της περιοχής.
 Το 1965 αρχίζουν στο Βελιγράδι διήμερες συνομιλίες του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου με τον Γιουγκοσλάβο ηγέτη στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, ενώ ο Γιουγκοσλάβος υφυπουργός Εξωτερικών θέτει ευθέως ζήτημα μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα.
 Το1971 υπογράφεται η διεθνής Σύμβαση Ραμσάρ για τη διατήρηση και βιώσιμη χρήση των υγροβιότοπων, στην πόλη Ραμσάρ του Ιράν, στις ακτές της Κασπίας Θάλασσας. Υγρότοποι χαρακτηρίζονται τα δέλτα, τα έλη, οι λίμνες, οι λιμνοθάλασσες, οι πηγές, οι εκβολές, οι ποταμοί και οι τεχνητές λίμνες. Η συνθήκη Ραμσάρ αποσκοπεί στην προστασία και τη συνετή χρήση όλων των υγροτόπων μέσω τοπικών και εθνικών δράσεων και διακρατικής συνεργασίας ως μια συνεισφορά στην αειφόρο ανάπτυξη. Στη συνθήκη περιλαμβάνονται 1524 υγρότοποι με έκταση 520 εκατομμυρίων στρεμμάτων περίπου.
Στη χώρα μας, βασει της σύνθήκης Ραμσάρ, προστατεύονται δέκα υγρότοποι: Δέλτα Έβρου, οι λίμνες Ισμαρίδα και Βιστονίδα, το Πόρτο Λάγος και οι γύρω λιμνοθάλασσες, το Δέλτα και η λιμνοθάλασσα Νέστου, η τεχνητή λίμνη Κερκίνη, οι λίμνες Βόλβη και Κορώνεια, το Δέλτα των ποταμών Αξιού- Λουδία-Αλιάκμονα, ο Αμβρακικός κόλπος, η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και η λιμνοθάλασσα Κοτύχι στο Νομό Ηλείας.(www.skai.gr)

Το έτος 1986 ψηφίζουν για πρώτη φορά στις κοινοβουλευτικές εκλογές, οι γυναίκες του Λίχτενσταϊν, ενώ το 1989 αποχωρούν οι τελευταίοι Σοβιετικοί στρατιώτες από την Καμπούλ ελευθερώνοντας το Αφγανιστάν από εννέα χρόνων κατοχή.

 Το 1991 αποκαθίστανται οι διπλωματικές σχέσεις ΗΠΑ- Αλβανίας που είχαν διακοπεί το 1939.
Το γερμανικό περιοδικό ''Ντερ Σπίγκελ'' αποκαλύπτει το 1992, έκθεση της γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών, σύμφωνα με την οποία 300 εταιρίες από 28 χώρες, βοήθησαν τον Σαντάμ Χουσεΐν να αναπτύξει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράκ.
 Και στις 2 Φεβρουαρίου 2016, η Ελλάδα είναι ακόμα κάτω από τη σκέπη της κρίσης, όταν άλλες χώρες την έχουν ξεπεράσει και έχουν βγει ήδη από τα μνημόνια.
Κι όλα αυτά μας δείχνουν ότι οι ανθρώπινες πράξεις κάνουν τις μέρες ξεχωριστές και τους βάζουν τη σφραγίδα τους. Έτσι μπας και το καταλάβουμε!!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...