Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2019

Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #4!







'' Ένα "κλικ" είναι η σκέψη.''




   Άκουγε την επίμονη κόρνα του αυτοκινήτου έξω από το σπίτι της, συγχρόνως με τις φωνές των φίλων που μέσα από το τηλέφωνο τριβέλιζαν το αυτί της. «Δεν φεύγουμε και δεν θα σταματήσουμε να κορνάρουμε, αν δεν έρθεις μαζί μας», της έλεγαν. Και συνέχιζαν να γελούν και να την παροτρύνουν να κατέβει.

   Βαριότανε πολύ σε εκθέσεις φωτογραφίας και σπάνια τους ακολουθούσε κάθε φορά που κανόνιζαν τέτοιες εξορμήσεις. Όμως, δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει κι έτσι, είπε άκεφα ένα «o.k.», έκλεισε το κινητό της πήρε την τσάντα της και τα κλειδιά της και κατευθύνθηκε προς την ανέμελη παρέα. Άλλωστε ήξερε πως θα ακολουθούσε ένα ποτό στο αγαπημένο της στέκι και ίσως η τζαζ μουσική που έπαιζαν στο μαγαζί, να ήταν η αφορμή που δεν θα μετάνιωνε τελικά γι’ αυτήν την απρογραμμάτιστη έξοδό της.
   Φτάσανε στο χώρο όπου εκθέτονταν φωτογραφίες της φωτογραφικής ομάδας «Στιγμές», μεταξύ των μελών της οποίας ήταν και όλη η παρέα της. Είχαν προηγηθεί τα εγκαίνια δυο μέρες πριν, και η αλήθεια είναι πως, δεν είχε σκοπό να πάει αν δεν την είχαν «απαγάγει» με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο οι φίλοι της.
   Ο κόσμος την ξάφνιασε. Δεν περίμενε πως μια ερασιτεχνική ομάδα που ασχολείται με την φωτογράφιση και την φωτογραφία, η οποία έχει ωστόσο επαγγελματίες δάσκαλους και η οποία, επίσης, συχνά παρακολουθεί σεμινάρια από γνωστούς παγκόσμιας εμβέλειας επαγγελματίες του είδους, θα προσέλκυε τόσο κόσμο. Οι φωτογραφίες, τοποθετημένες με επιμέλεια ανά θεματική ενότητα, σχεδόν δεν άφηναν να φανεί το χρώμα του τοίχου. Πολλά τα μέλη της ομάδας, και αρκετές εκείνες που επιλέχθηκαν από κάθε μέλος της για την εν λόγω έκθεση. Με αργά βήματα που ενίοτε σταμάταγαν για ώρα, έτσι δίχως λόγο, προχωρούσε ανάμεσα στον κόσμο που διαρκώς σχολίαζε, ρωτούσε κι έκανε κριτική έχοντας πάντα άποψη για όλα.
   Στάθηκε μπροστά σε μια περίεργη φωτογραφία. Ένα κολάζ χρωμάτων όπου κυριαρχούσε μια γυναικεία φιγούρα αλλοτινής εποχής, με μια γαλάζια κορώνα στο κεφάλι. Ήτανε τόσο ξώφαλτση αυτή η φωτογραφία με όλες τις θεματικές ενότητες! Η δε κορώνα που έστεφε την γυναικεία φιγούρα, ήτανε λες κι ένα παιδικό χέρι την ζωγράφισε και την τοποθέτησε εκεί για κάποιον λόγο. «Παράταιρα όλα», σκέφτηκε, «μα το αποτέλεσμα με καθηλώνει, δίχως να καταλαβαίνω το γιατί. Κάτι αγγίζει μέσα μου αυτή η φωτογραφία, κι αυτό είναι έκπληξη για ΄μένα που, τέτοιου είδους εκθέσεις ποτέ δεν μου έλεγαν τίποτα»!
  Σα να καρφώθηκαν τα πόδια της στο πάτωμα, έμεινε εκεί να την κοιτά για ώρα. Θέλεις τα χρώματα που παραπέμπουν σε ηλιοβασίλεμα ή σε ανατολή ηλίου? Θέλεις η καθαρή ματιά της γυναίκας και η προσήλωσή της σε ένα σταθερό αόρατο σημείο? Θέλεις αυτή η από παιδικό χέρι ζωγραφισμένη κορώνα που της προσδίδει μία ξεχωριστή θέση? Ξεχωριστή όμως θέση που? Σε ποιον αθέατο κόσμο? Και ποιες αδιάβαστες σκέψεις του γυναικείου αυτού μυαλού φυλάκισε ο φακός της μηχανής, εκείνη την μοναδική στιγμή?
   Δεν ήτανε η ονειροπόληση που την τραβούσε από το χέρι για να την παρασύρει σε ένα παραμύθι που άρχιζε να πλέκει με τη φαντασία της. Ούτε και πως απεγνωσμένα ήθελε να δραπετεύσει από εκεί όπου ουσιαστικά χωρίς την θέλησή της βρέθηκε. Δεν ήταν καν η αισθητική της που κεντρίστηκε από την θέαση ετούτης της φωτογραφίας. Ήταν κάτι άλλο. Κάτι απροσδιόριστο που την καλούσε τόσο ηχηρά, που άθελά της έκανε συνειρμούς με το κάλεσμα των φίλων της, λίγη ώρα πριν, για να την πάρουνε μαζί τους σ’ αυτήν την έκθεση φωτογραφίας.
   Την καλούσε όμως που? Και γιατί?
   Η καθημερινή κι αγαπημένη ενασχόλησή της με την ποίηση, κάθε φορά της αποκάλυπτε συναισθήματα, πράγματα και γεγονότα που ήδη γνώριζε και ήταν θαρρείς πως τα είχε για καιρό ξεχάσει. Κάθε ποίημα που διάβαζε, ένιωθε πως μέσα του κρυβόταν ολόκληρη η θύμηση του κόσμου. Αισθάνονταν πως έβρισκε τον εαυτό της και τις σκέψεις της μέσα σε κάθε στίχο, κάθε ποιήματος. Έτσι ακριβώς ένιωσε και τώρα με την φωτογραφία αυτή που βρίσκονταν μπροστά της κι έκρυβε θαρρείς όλα τα μυστικά κι όλα τα θαύματα του κόσμου. Ξαφνικά, ολόκληρος ο εσωτερικός της κόσμος κι ό,τι είχε ξεχασμένο από καιρό, ξύπνησε. Και ήταν αυτή η φωτογραφία που τράβηξε το βλέμμα της και την καλούσε με την ηχηρή σιωπή της να θυμηθεί ποια ήταν, πως ζούσε και πόσο ξεχωριστή θέση είχε κάποτε.
Σ’ έναν πραγματικό κόσμο. Αθέατο και ξεχασμένο ίσως σήμερα, μα όχι όμως κι ανύπαρκτο.
Και ήταν, λοιπόν, εκείνη η βραδιά που άλλαξε προς το καλύτερο για πάντα τη ζωή της.💕 



Αυτή ήταν η συμμετοχή της Ανέσπερης για την Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη#4 που φιλοξενείται στη ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ, εμπνευσμένη από την φωτογραφία που επέλεξε η Μία.  Παρακάτω ακολουθεί η επιλογή της σε λέξη και φωτογραφία για τον επόμενο παίκτη που είναι η Fish Eye.


Η φωτογραφία που επιλέγω να παραδώσω την σκυτάλη,, είναι από ένα ταξίδι μου κι ευελπιστώ να εμπνεύσει την Στέλλα που παίζει στη συνέχεια.

Έχει πολλές οπτικές γωνίες για να την προσεγγίσει, γι' αυτό και την επέλεξα. 

Η δε λέξη που της δίνω είναι : "ενασχόληση"




Ευχαριστώ πολύ!! Καλή συνέχεια!

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #4

Η Memaria επέλεξε για μένα εικόνα και παρακάτω θα δείτε το κείμενο που μου ενέπνευσε η εικόνα αυτή. Επιλεγμένη λέξη ΑΝΑΜΟΝΗ !




''Ακάνθινα Όρια...''

Το κουδούνι χτύπησε επίμονα σπάζοντας τη σιγαλιά του μικρού σπιτιού. Η Αθηνά γύρισε με φόβο το κεφάλι αλλά δεν έκανε καμία κίνηση για να ανοίξει την πόρτα. Όταν αυτό ξαναχτύπησε εκείνη πάλι δεν κινήθηκε. Η φωνή ακούστηκε απέξω.

‘’Έφερα την παραγγελία σας. Την αφήνω στην πόρτα’’.

Αφουγκράστηκε τους θορύβους, και άκουσε τον ήχο ενός αυτοκινήτου που ξεμάκραινε.
Τότε αποφάσισε να προχωρήσει διστακτικά προς την είσοδο.

Ξεκλείδωσε αργά και άνοιξε την πόρτα λίγα εκατοστά. Κοίταξε με φοβισμένο βλέμμα προς τα έξω που το φως της μέρας έλουζε τον μικρό της κήπο. Ένας άσπρος φράχτης και μια μικρή κλειστή αυλόπορτα τον περιέβαλλε. Είδε το δέμα με τα τρόφιμα που είχε παραγγείλει και έσκυψε αργά για να το τραβήξει μέσα, χωρίς όμως να αφήσει το χέρι της από την πόρτα που την κρατούσε σαν σανίδα σωτηρίας.
Έπειτα έκλεισε γρήγορα και ξανακλείδωσε. Τότε μόνο άρχισε να φέρεται με σιγουριά και να κινείται άνετα.

Πήγε στο παράθυρο και σήκωσε την κουρτίνα για να δει το καταπράσινο τοπίο που οι ενδυματολογικές του εμφανίσεις άλλαζαν με την διαδοχή των εποχών.
Είδε τα δέντρα που μεγάλωσαν μαζί της και που πάντα τα λάτρευε, να βρίσκονται τόσο κοντά μα και τόσο μακριά από εκείνην.

Τότε τις πρόσεξε. Οι δύο γειτόνισσες το είχαν ρίξει σε ψιλή κουβεντούλα. Σίγουρα για εκείνην θα μιλούσαν πάλι, σκέφτηκε και κατέβασε την κουρτίνα φεύγοντας από το παράθυρο.

‘’Την είδες; Φτωχό κορίτσι! Πότε θα σταματήσει το μαρτύριο της;’’

‘’Τι να σου πω άκουσα να μιλούν γι’ αυτήν στην πόλη, αλλά λεπτομέρειες δεν ξέρω μια και είμαι σχετικά καινούργια εδώ.’’

‘’Αχ! Ήταν ένα κορίτσι…, σαν τα κρύα τα νερά. Μοναχοκόρη. Ζούσε εδώ με τους γονείς της. Καλό, γελαστό, ζωντανό κι όχι καμιά πεταχτή σαν άλλες στην περιοχή. Μέχρι την ημέρα των γενεθλίων της που γινόταν δεκαεπτά ετών. Βγήκε κι αυτό να γιορτάσει με τις φίλες του τα γενέθλια του και να τις κεράσει. Συνήθως δεν την άφηναν αργά. Όμως για πρώτη φορά είπαν να διασκεδάσει λίγο παραπάνω.’’

‘’Και τι έγινε;’’

‘’Το βράδυ γύρω στις δώδεκα που γύριζε, λίγο πιο κάτω την χαιρέτησε και η τελευταία της φίλη, ένας αλήτης, που να πεθάνει στα σίδερα από φριχτούς πόνους για το κακό που έκανε, όρμησε πίσω από τα δέντρα που παραφύλαγε και το βίασε το δόλιο. Αυτό αντιστάθηκε κι αυτός άρχισε να το χτυπάει το άμοιρο κορίτσι. Τα μάθαμε όλα αργότερα. Αναίσθητο με ξεσκισμένα ρούχα έμεινε το δύστυχο. Οι δικοί της ανησύχησαν που αργούσε και βγήκαν να την ψάξουν. Και τότε την βρήκαν. Ειδοποίησαν αστυνομίες, ασθενοφόρο κλαίγοντας πικρά οι δόλιοι για το κακό που βρήκε τη μονάκριβή τους. Μέχρι να συνέλθει και να μπορέσει να μιλήσει, η μάνα της έπαθε την πρώτη της ανακοπή. Η μεγάλη στενοχώρια δεν αντέχεται!’’

‘’Αυτόν τον αλήτη τον έπιασαν;’’

‘’Τον έπιασαν μεθυσμένο να κομπάζει για τα κάλλη του θύματος του σε άλλα ρεμάλια. Από καιρό είπε την είχε βάλει στο μάτι. Κι επειδή είχε κι άλλα στη καμπούρα του, τον έχωσαν μέσα για τα καλά. Μα τι τα θες; Το κορίτσι με την βοήθεια ψυχολόγων έφτασε στο σημείο να συνεχίσει την ζωή του, αλλά από τότε δεν έχει βγει από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού. Ακόμα και οι αρχές μεσολάβησαν και την βοήθησαν να τελειώσει το σχολείο με μαθήματα στο σπίτι. Κι εξετάσεις , σπουδές από το σπίτι όλα.  Ειδική περίπτωση είπαν. Βλέπεις να δεις πως το λένε αυτό που έχει πάθει… , αγοραφοβία νομίζω το λένε. Και ο δόλιος ο πατέρας της έδινε τα πάντα για να τη γυρίσει στη ζωή. Αλλά εκείνη έκανε μικρή πρόοδο. Και μετά από δύο χρόνια, που εκείνη σπούδαζε σε κάποιο πανεπιστήμιο κάποιες γλώσσες νομίζω κλεισμένη πάντα στο σπίτι, τους βρήκε κι άλλο κακό. Συνέβη ένα ατύχημα στη δουλειά του πατέρα, μηχανικός στα έργα ήταν, υποχώρησε το έδαφος εκεί που δούλευαν οι εργάτες και τον πλάκωσε ένα μηχάνημα. Πέθανε επί τόπου. Η κόρη ήταν η μόνη που δεν πήγε στην κηδεία. Αλλά ξέρω πως τον λάτρευε τον πατέρα της. Μετά ένα χρόνο η καρδιά της μάνας της δεν άντεξε έπαθε και τη δεύτερη ανακοπή και έφυγε κι αυτή. Κι η Αθηνά; Μόνη από τότε βολοδέρνει   κλεισμένη στη δική της φυλακή.’’

‘’Και πώς ζει;’’

‘’ Α της στέλνουν μέσω υπολογιστή διάφορα κείμενα που θέλουν μετάφραση στα ξένα ή το ανάποδο. Μεγάλη δυστυχία! Άντε πάω να βάλω να μαγειρέψω γιατί τι θα φάει ο άντρας μου όταν σχολάσει; Ποιος είναι αυτός που περνάει; Πρώτη φορά τον βλέπω.’’

‘’Α! να σου πω και εγώ τότε ένα νέο. Είναι ο καινούργιος γιατρός που ήρθε στο νοσοκομείο. Ελεύθερος! Και τι παλικάρι ε; Άντε πάμε να κάνουμε καμία δουλειά και έχει ο Θεός για όλους!’’

‘’Αμήν’’ είπε και η άλλη και η κάθε μια πήγε προς το σπίτι της.

Σωστά τα ήξεραν τα πράγματα, μα ούτε μπορούσαν να φανταστούν το μαρτύριο της ψυχής της Αθηνάς, που κλειδαμπαρωνόταν μέσα στο σπίτι και που δεν είχε συντροφιά παρά μόνο τους εφιάλτες της και τον τρόμο.

Ήταν πλέον είκοσι επτά ετών και βρισκόταν εγκλωβισμένη στο εσωτερικό του σπιτιού της που το ήξερε τόσο καλά, δέκα χρόνια τώρα. Δεν είπε το στερνό αντίο ούτε στον αγαπημένο της πατέρα, ούτε στην γλυκιά της μάνα. Μα το κενό που άφησαν δεν μπόρεσε να καλυφθεί.
Υπήρχαν άτομα που έρχονταν να την δουν. Ο γιατρός, ο παππάς, και  κάποιοι  από την πόλη που τους  ήξερε από παιδί και τους εμπιστευόταν. Όλοι της είχαν φερθεί τόσο καλά! Και όλοι προσπαθούσαν να την παροτρύνουν να βγει έστω μέχρι τον κήπο. Μάταια!

Δεν ήξεραν βέβαια, πως δύο φορές μετά την επίσκεψη του γιατρού της, προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα και να κάνει ένα βήμα προς τα έξω. Μα τα πόδια της τα ένοιωσε να μυρμηγκιάζουν, την καρδιά της την ένοιωσε να χτυπάει τόσο δυνατά που  νόμισε πως θα έβγαζε φτερά και θα πήγαινε αλλού να κατοικήσει! Και τα χέρια της; Κρατούσαν τόσο δυνατά και σφιχτά την πόρτα που ήταν λες και κάποιος τα είχε καρφώσει πάνω της. Οι κόμποι είχαν τόσο πολύ ασπρίσει, που ο πόνος έκανε ώρα να περάσει. Στο κεφάλι της είχε δύο φωνές που πάλευαν. ‘’Θες! Μπορείς!’’ έλεγε η μία. Και η άλλη ‘’Τρελάθηκες; Ξέχασες; Εδώ είσαι ασφαλής!’’

Το κουδούνι ξαναχτύπησε. Άκουσε την φωνή του γιατρού της. Πήγε πιο άνετα αυτή την φορά και του άνοιξε. Όμως δεν ήταν μόνος! Μαζεύτηκε ακούσια και κόλλησε στον τοίχο λες και θα έμπαινε ο διάβολος.

Ο γιατρός της βιάστηκε να μιλήσει.

‘’Αθηνά, ήρθα με ένα φίλο μου καλό και συνάδελφο για να σου τον γνωρίσω. Από εδώ ο γιατρός Χρήστος Στεργίου. Κι από εδώ η Αθηνά που σου μίλησα, και που είναι το καλύτερο κορίτσι της πόλης. Το Χρήστο θέλω να τον βλέπεις όπως εμένα. Σου τον συστήνω ανεπιφύλαχτα και πιστεύω πως αν του δείξεις εμπιστοσύνη θα σε βοηθήσει πολύ περισσότερο.’’

Το ότι δεν τους έκλεισε την πόρτα ήταν καλό σημάδι, σκέφτηκε ο γιατρός.

Η Αθηνά κοίταξε πολύ καλά τον νεοφερμένο. Εκείνος την κοιτούσε στα μάτια κατευθείαν και το πρόσωπο του  ήταν καθάριο, με καλοσυνάτο βλέμμα. Της χαμογέλασε απαλά και την ρώτησε αν μπορεί να περάσει.

Δεν είχε κάνει ούτε ένα βήμα για να μπει μέσα όπως ο γιατρός της. Περίμενε την άδεια της πρώτα. Η Αθηνά οπισθοχώρησε προς το σαλόνι, δείχνοντας έτσι πως αποδεχόταν την επίσκεψη. Όση ώρα δούλευε ο γιατρός με την Αθηνά, ο Στεργίου απλά παρακολουθούσε και δεν ανακατευόταν πουθενά. Ούτε έκανε κινήσεις που μπορούσαν να της αποσπάσουν την προσοχή. Αυτό που διαπίστωνε ήταν πως η κοπέλα έβγαζε μια εσωτερική δύναμη κατά διαστήματα, προφανώς από υποσυνείδητη επιθυμία να γίνει φυσιολογική ξανά. Γρήγορα όμως έσβηνε και χανόταν πάλι.

Οι επισκέψεις των δύο γιατρών έγιναν πιο συχνές και πάντα και οι δύο μαζί. Μια μέρα όμως, ο Στεργίου εμφανίστηκε μόνος. Η Αθηνά δίστασε μόνο για λίγο και τον άφησε να περάσει μέσα. Της εξήγησε πως σήμερα θα δούλευαν μαζί, γιατί ο γιατρός της είχε επείγον περιστατικό.

 Ανέλπιστα όλα κύλησαν ομαλά. Και την ώρα που έφευγε την ρώτησε αν θα την πείραζε να κάνει θεραπεία με εκείνον στο εξής. Δική της η επιλογή, της είπε.
Εκείνη δέχθηκε. Μέρα παρά μέρα την έβλεπε. Και η μέθοδος που χρησιμοποιούσε την έκανε να νοιώθει μικρά ίχνη σιγουριάς μέσα της. Οι εφιάλτες της λιγόστεψαν. Κι εκείνος της πρότεινε να αλλάξει κουρτίνες για να μπαίνει μέσα περισσότερο φως. Διάβασαν βιβλία, κουβέντιασαν για τα πάντα και τον εμπιστεύθηκε τόσο πολύ, που της έγινε απαραίτητος μέσα στον επόμενο χρόνο. 
Ξαφνικά άρχισε να νοιώθει έναν άλλο φόβο. Μήπως την παρατήσει και φύγει. Και αποφάσισε να του μιλήσει γι’ αυτό. Εκείνος την προέτρεπε να του μιλάει για όλα. Έκανε κι αυτός το ίδιο. Με το που θα τον έβλεπε θα τον ρωτούσε αμέσως!

Ο χειμώνας είχε έρθει και τα πάντα ήταν στρωμένα από χιόνι και κάτασπρα.
Δεν είχε περάσει πολλή ώρα που στεκόταν στο παράθυρο και είδε τον γιατρό   Στεργίου να περνάει την πόρτα του κήπου. Μα ξαφνικά εκείνος γλίστρησε στο χιόνι και παίρνοντας μια τούμπα, σωριάστηκε στο έδαφος. Κειτόταν ακίνητος.

‘’Χρήστο’’,  φώναξε έντρομη χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά το μικρό του όνομα.

Εκείνος ακόμα δεν είχε δώσει σημεία κίνησης ώστε να ξέρει πως είναι καλά  κι η Αθηνά πανικόβλητη αισθανόταν  ανήμπορη να τον βοηθήσει. Μα κάτι μέσα της επαναστάτησε. Όρμησε στη πόρτα και την άνοιξε. Στη συνέχεια σταμάτησε,  μα το βλέμμα της ήταν στο πεσμένο σώμα. Για πρώτη φορά το πόδι της έκανε ένα βήμα έξω από το κατώφλι. Τα  χέρια της δεν είχαν αφήσει την πόρτα ακόμα, και το άλλο της πόδι αρνιόταν να ακολουθήσει. Έκανε μια κίνηση προς τα μέσα να στραφεί στο τηλέφωνο. Μα το βογκητό που άκουσε από τον πεσμένο Χρήστο, έδωσε τη δύναμη και στα δύο πόδια να κάνουν βήμα και στα χέρια να αφήσουν την πόρτα. Στηρίχτηκε στον τοίχο του σπιτιού στο κατώφλι ακριβώς. Ο Στεργίου  φώναξε αχνά  το όνομά της. Εκείνη τάχυνε και πότε παραπατώντας πότε έρποντας και στο τέλος στα τέσσερα σαν μωρό που μπουσουλάει, έφτασε κοντά του.

Ο γιατρός την κοίταξε και της χαμογέλασε.

‘’Είμαι καλά και όπως βλέπω κι εσύ. ‘’

‘’Ναι αλλά για πόσο;’’ Τον ρώτησε ξέπνοα, σαστισμένη ακόμα από την εξέλιξη.

‘’Για πάντα. Και θα το δεις κι εσύ, γιατί όλα τα υπόλοιπα σου χρόνια μαζί θα είμαστε και θα στηρίζει ο ένας τον άλλον. Η αναμονή σου έφτασε στο τέλος της . Τι λες;’’

Παίρνοντας με τα λόγια του απάντηση στην ερώτηση που δεν του είχε κάνει, αλλά ήταν μέσα στο μυαλό της, χαμογέλασε για πρώτη φορά και κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

Εκείνη γονατιστή κι εκείνος δίπλα της καθιστός, στο μέσον του κήπου κάτω από το άπλετο φως του ήλιου, που έστειλε μια αχτίδα του ξαποστέλνοντας τους εφιάλτες στον κόσμο που ανήκαν, κι ανοίγοντας τον δρόμο στη ζωή!


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου και παραδίδω την Σκυτάλη στην AnnaFlo του ''Ατενίζοντας''
με επιλεγμένη λέξη ''ΑΝΑΜΝΗΣΗ'' [χρήση εντός του κειμένου και όχι τίτλος]

και εικόνα από το pixabay


Καλή σου επιτυχία Άννα μου και σ' ευχαριστώ!

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #4






Ξεκινάμε λοιπόν!

Τέλος οι συμμετοχές, κλείδωσαν οι παίχτες και παρακάτω αναφέρω την σειρά που θα παίξει ο καθένας βάσει του σχολίου που άφησε.

1) Marypertax '' Γήινη ματιά''

Η λέξη που επιλέχθηκε από την Memaria   είναι: ''ΑΝΑΜΟΝΗ''
Και η εικόνα που επέλεξε είναι δική της


2) Anna Flo ''Aτενίζοντας''

Η λέξη που επιλέχθηκε από την Marypertax είναι: ''ΑΝΑΜΝΗΣΗ''
Και η εικόνα που επέλεξε από το pixabay


Τίτλος: ''Το τίμημα''

3) Giannis Pit ''Ηδύποτον''

Η λέξη που επιλέχθηκε από την Anna flo είναι: '' ΔΙΛΗΜΜΑ''
Και η εικόνα που επέλεξε από το pixabay


4) Μάνια ''Καληνύχτα''

Η λέξη που επιλέχθηκε από τον Giannis Pit είναι ''ΠΡΟΣΜΟΝΗ''
Και η εικόνα από το pixabay


5) MIA ''Craftartista''

Η λέξη που επιλέχθηκε από την Μάνια είναι ''ΡΕΖΕΡΒΕ''
Και η εικόνα δική της



Τίτλος: ''Αφιερωμένο στην Πέννυ''

6) Ανέσπερη (φιλοξενείται στη Γήινη Ματιά)

Η λέξη που επέλεξε η Μία είναι:'' ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΗΣΗ''
Και η εικόνα δική της

7) Fish Eye ''Με το φεγγάρι αγγαλιά''

Η λέξη που επιλέχθηκε από την Ανέσπερη είναι ''ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ''
και η εικόνα δική της

8) Κλαυδία ''Κάτω από την Ακρόπολη''

Η λέξη που επέλεξε η Στέλλα είναι ''ΓΟΝΕΙΣ''
Και η εικόνα (πηγή)


9) Ρένα Χριστοδούλου ''Δια χειρός...''

10) Katerina V ''Pause''

11) To e-periodiko mas ''To e-periodiko mas''

12) Μαρία Κανελλάκη ''Απάγκιο''

13) Σμαραγδάκι-Ρούλα ''Smaragdaki''

14) By Joanna K ''In The Pastel Bag''

15) Onirokosmos ''Οnirokosmos''

16) CHRISTI PETALOTI ''Andromeda-My Galaxy''




20) Μαρία Γ. ''Φεύγουμε;''

21) Woman in Blogs ''A button on the moon''

22) Mαρία Νικολάου ''Το Κείμενο''

23) MeMaria ''My trips on Blog''



23 λοιπόν τα πιάτα στο τραπέζι και ένας- ένας θα αρχίσει να μαγειρεύει για τους υπόλοιπους.

Είναι σημαντικό και μου δίνει χαρά, όταν υπάρχουν φίλοι που δεν σε αφήνουν μόνη να μαγειρεύεις και μόνη να τρως, αλλά έρχονται να μοιραστούν μαζί σου!
Σας ευχαριστώ όλους!

Και μη ξεχνάτε η λέξη δεν θα μπαίνει σαν τίτλος, αλλά θα αναφέρεται στο κείμενο.
Το όριο των λέξεων είναι ελεύθερο εσείς κρίνετε και αποφασίζετε πόσο θα είναι το γραπτό σας.

Καθένας γράφει ότι θα εμπνευστεί από την εικόνα που του έχει επιλέξει ο προηγούμενος παίχτης και χρησιμοποιεί την λέξη που του διάλεξε.

Μη ξεχνάτε να κοιτάτε τα email σας! Από εκεί θα παίρνετε τις ειδοποιήσεις σας. Ο καθένας διορία μια εβδομάδα μη ξεχνάτε.
Εγώ στο ενδιάμεσο ενημερώνω τους πάντες.

Πάλι ευχαριστώ και αρχίζουμε με την εικόνα και τη λέξη που η Memaria θα διαλέξει για μένα.


Μη ξεχνάτε την κλήρωση του τέλους για το δώρο που θα είναι φτιαγμένο από τα χεράκια μου.


Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2019

Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #4 !

Πρόσκληση ξανά για να παίξουμε την αγαπημένη μας Σκυτάλη!
Οι πρώτες βροχούλες άρχισαν, και οι πρώτες ψυχρούλες επίσης!
Το καλοκαιράκι αφήνει την τελευταία του πνοή, και το Φθινόπωρο στα σπάργανα, μας υπόσχεται συγκινήσεις καινούργιες!
Έχετε τα κότσια;

Μη μου πείτε δεν μετέχω γιατί δεν είμαι σίγουρη ή σίγουρος! 


Ξέρω πως  αγαπάτε την πρόκληση και την δημιουργία όπως έχετε δείξει όλοι  μέχρι τώρα.

Και ό, τι σας γράφω το βλέπω στην καινούργια μου οθόνη, μια και ήμουν καιρό χωρίς!
Πέθανε η προηγούμενη δυστυχώς και τώρα έχω μια καινούργια αφού τίποτα δεν είναι αναντικατάστατο, ακόμα και με καθυστέρηση!

Να μη το ξεχάσω, αυτή τη φορά απαγορεύεται η χρήση της λέξης κλειδί σαν τίτλος. 

Ξεκινάμε λοιπόν και μετράμε το διάστημα για να δηλώσουμε συμμετοχή! Εμπρός ξεκούραστα και φορτσάτα φιλαράκια που γυρίσατε από τις διακοπές ξεκινάμε παιχνίδι και τα κεφάλια μέσα!
Από αύριο μέχρι την άλλη Παρασκευή το βράδυ δηλώνουμε συμμετοχή, αφήνοντας το σχόλιο μας!

Η διαδικασία γνωστή και για όσους είναι άγνωστη εγώ πάντα εδώ για βοήθεια και οδηγίες!


Εμπρός λοιπόν για την Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη#4

Περιμένω!!!!!!



Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2019

Συνθήματα στον τοίχο!

Αυτός είναι ο τίτλος ενός ποιήματος που έγραψα μια και είμαστε λίγες μέρες πριν τις κάλπες.
Μια και είμαστε προβληματισμένοι και εγκλωβισμένοι πολίτες στη χώρα μας.
Κι έτσι μια και ξεκουράζομαι λίγες μέρες, είπα να εμπνευστώ!





                                               


Δεν είσαι μία φράση απλά γραμμένη σε έναν τοίχο
 είσαι ένα μήνυμα, μια σκέψη
που είναι από κάποιον ειπωμένη
Κάποιον που θέλει να ακουστεί, όμως δεν έχει βήμα,
δεν έχει ούτε μικρόφωνο,  μήτε και κάποιο πρόθυμο αυτί να τον ακούσει.
Είσαι από κάποιον που η οργή ή η παραίτηση, τον έχουν καταλάβει.
Ίσως να είσαι ο εκφραστής ενός χαμένου ονείρου
που ξέφτισε και κείτεται παράμερα αφημένο.
Ίσως και λέξεις που άνθισαν στη λάμψη της σελήνης
Γιατί το σκότος της νυχτιάς κρύβει όποιον τα λέει.
Αφύπνιση συνείδησης που είναι κοιμισμένη
Και για ψυχές που σιώπησαν στη μάχη της βιοπάλης.
Δεν έχει τέλος και όρια η ανοχή του ανθρώπου,
 ούτε θα μείνει αδειανό  της μνήμης το σεντούκι
Διλήμματα σε οδηγούν στης υποταγής τον δρόμο
Δαμόκλειες σπάθες που έχουν γίνει βρογχοκήλη.
Σε πνίγουν σε ματώνουν μα εσύ εκεί,
παλεύεις για να προχωρήσεις ένα ακόμα βήμα
Αυτό δεν είναι απόδειξη πως έχεις μέσα σου ζωή;
Πως έχεις και δικαιώματα μαζί με υποχρεώσεις;
Μια  υποχρέωσή σου είναι να παλεύεις θαρρετά
και να μη σκύβεις ποτέ σου το κεφάλι
Αυτό αρχικά είναι στον εαυτό σου οφειλή
και πρέπει πια να αποτινάξεις το σαμάρι.
Να χτίσεις ότι επιθυμείς και αγαπάς
 αυτό που μέσα σου το σεβασμό γεννάει
Αλλιώς η ζήση σου θα είναι ημιτελής,
κι η ύπαρξή σου θα βουλιάξει σαν καράβι.
Στο πάλεμα αν δεν έχεις πια τριφτεί,
σε ξεχασμένο ερημονήσι ναυαγός θα είσαι
Που θα χαθεί από το πρόσωπο της γης
και για αυτόν κανείς δεν θα θρηνήσει.
Θα μείνει μόνο μια σου φράση βιαστική
Που κάποτε το τόλμησες στα σκοτεινά να γράψεις
Και μ΄ ένα πέρασμα μπογιάς θε να σβηστεί
Και θα χαθεί κι αυτή στης χρονοδίνης τη χοάνη.