Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2021

Μίνι Σκυτάλη #3 - Η συμμετοχή μου!

 


Επέλεξα την εικόνα 5 από το pixabay.


Kαι τ’ όνομα αυτής Ολυμπιάδα….

 

Εδώ και ώρα στεκόμουν στην άκρη με ένα ποτό στο χέρι. Αρχή των διακοπών μου, που κατά τη διάρκεια τους ήμουν αποφασισμένη να βιώσω δύο πράγματα. Να τις απολαύσω και να ξεχάσω τα χαρτιά, τα έδρανα και τις δικογραφίες και να βρω το άλλο μου μισό.

Ε… Ολυμπιάδα μου είσαι στα 29 και δεν έχεις βρει ακόμα το άλλο σου μισό; Τι να κάνω η κοπέλα χτίζω καριέρα και δεν έτυχε παρά να συναντήσω άτομα που έχουν ή διαμάχες ή χωρίζουν για διάφορους λόγους. Βέβαια υπάρχει και ο οδοντίατρος μου ο Σωτήρης, που με κρατάει με ανοικτό στόμα όχι από το διακριτικό φλερτ που μου κάνει, αλλά γιατί μου σκαλίζει κάποιο πονεμένο δόντι. Κυριολεκτικά κι όχι μεταφορικά.  Μα ανάμεσα στις οδοντοστοιχίες σωτηρία δεν έβλεπα από την βαρεμάρα. Ήσυχος τύπος ο Σωτήρης που θα μου έδινε μια σιγουριά. Αλλά εγώ… Εγώ ζητούσα κάτι άλλο. Κάτι που θα μου έκανε ‘’κλικ’’. Που θα με ταξίδευε στο άγνωστο. Που θα ζούσα την περιπέτεια μαζί του. Δεν ακούγομαι σαν δικηγόρος θα μου πείτε. Αλλά ξέρετε κάτι; Σκοτίστηκα! Εγώ αυτό ήθελα!

Νάμαι λοιπόν σε κοσμικό νησί, σε πολυτελές ξενοδοχείο, ντυμένη κομψά, να παρευρίσκομαι σε χορό που οργάνωσαν για τον ερχομό του καλοκαιριού. Λες και άμα δεν κάνανε χορό για το καλοκαίρι, εκείνο θα θύμωνε και θα πήγαινε σε άλλο τόπο.

Τέλος πάντων αιτία και αποτέλεσμα. Χορός με την αφορμή του καλοκαιριού για να καλύψουμε την ανάγκη μας για διασκέδαση. Κι εγώ μέσα στο κλίμα. Με ένα μόνιμο χαμόγελο ευχαρίστησης για τη μουσική που άκουγα, ήταν ξεσηκωτική θα έλεγα, και ένα ποτό στο χέρι, ήλπιζα πως είχα το ύφος κάποιας σέξι καλοκαιρινής ύπαρξης ενόσω το βλέμμα μου χτένιζε την αίθουσα.

Και τότε τον είδα. Παναγιά μου!…. είπα μέσα μου ευτυχώς, ενώ σταματούσα να αναπνέω τη στιγμή που το χέρι μου έμεινε μετέωρο χωρίς να κατορθώσει να φέρει το ποτήρι στα χείλη μου. Ψηλός, μυώδης, μελαχρινός, κάποιος από αυτούς τους θεούς του Ολύμπου που καταδέχτηκε να μας επισκεφθεί. Το πουκάμισο του εφαρμοστό, όπως χόρευε δεν κατόρθωνε να ρίξει στην αφάνεια τους μύες της πλάτης. Για να μη πω για αυτούς των μπράτσων του. Θεέ μου πού πήγε το σάλιο μου; Είχα ποτέ; Σαν τη Σαχάρα ένιωθα το στόμα μου. Κάποιος ήρθε εκείνη την ώρα και μου ζήτησε να χορέψω. Δεν θυμάμαι ούτε τη φάτσα του, ούτε τη φωνή του. Του έλεγα ναι, και το μυαλό μου, … λέμε τώρα μυαλό αυτό το χαμένο από ώρα….ήταν στη φιγούρα του θεού. Τον εκμηδένισε τον καβαλιέρο μου πριν καν πάρει θέση στην αφετηρία ο χριστιανός. Συγγνώμη ταπεινά του ζητώ για το μεγάλο Χ που του μουτζούρωσε  το πρόσωπο,  που δεν πρόσεξα καν.

Χορεύω καλά είναι η αλήθεια, και αυτή η σάμπα ήταν από τους χορούς που τραβάνε το βλέμμα. Και τι θαύμα ήταν αυτό; Ο θεός μου ζήτησε να χορέψουμε τον επόμενο χορό. Καλό για μένα που ήταν μπλουζ για να μπορέσω να κρατηθώ κάπου, ωστόσο είχα τον φόβο πως η καρδιά μου θα ακουγόταν μια και έριχνε χτυποπυροτεχνήματα.

Χορέψαμε και μετά μου πρότεινε να με κεράσει ένα ποτό, μου είπε πως χορεύω πολύ ωραία και ευτυχώς την κατάλληλη στιγμή βρήκα τη φωνή μου και αποφάσισα να το παίξω κουλ. Όπως λέμε, άνετη πολύ.

Με ρώτησε το όνομα μου και όταν του είπα πως λέγομαι Ολυμπιάδα, έδειξε μια χαρά λέγοντας χαριτωμένα το χρυσό μου, το πόσο του θυμίζει τον αθλητισμό που τόσο λατρεύει.

Το δικό του ήταν Πάρης. Ελπίζω τα μήλα να μη παρουσιαστούν μπροστά μου για όσο ζω το όνειρο.

‘’Ήρθα γιατί εδώ έχει ωραία παραλία με ωραία κύματα’’ είπε

‘’Έχεις κάνει σέρφινγκ ποτέ;’’

‘’Εγώ όχι, είμαι δικηγόρος’’ πιο χαζή απάντηση δεν μπορούσα να δώσω. Πώς μου ήρθε και απάντησα κάτι τέτοιο; Λες και απαγορεύει ο νόμος στους δικηγόρους να καβαλάνε με μια σανίδα τα κύματα. Άσε που κάποιοι θα σου έλεγαν πως καλύτερα να καβαλούσαν μερικοί τα κύματα κι όχι τους νόμους. Έβαλε τα γέλια ο θεός και σχολίασε το καλό μου χιούμορ.

Ευτυχώς που μερικοί όταν ακούνε χαζομάρες τις περνούν για χιούμορ και οι γεννήτορες της χαζομάρας σώζουν το γόητρο τους. Αλλιώς; Δεν την γλύτωναν την επιγραφή. ‘’ΗΛΙΘΙΟΣ’’

‘’Ε...  δεν έχω δοκιμάσει ποτέ, αλλά πολύ θα το ήθελα’’ είπα, μια και θυμήθηκα τη μάνα μου που μου έλεγε, ‘’οι άντρες πρέπει να νιώθουν πως οι σύντροφοι τους επικροτούν τα ενδιαφέροντα τους και πως θέλουν να μετέχουν σε αυτά, για να μείνουν στη σχέση τους και να μην την κάνουν με ελαφριά πηδηματάκια’’. Σοφή γυναίκα η μάνα μου και δεν είχε βγάλει πανεπιστήμιο. Απλά υπήρξε παντρεμένη. Και ο γάμος είναι μεγάλη θητεία και χαρίζει μεγάλη πείρα όπως έλεγε.

Τέλος πάντων, κάποια στιγμή, αφού είχαμε εξαντλήσει τα περί σανίδας, ιππασίας, σκι, ανεμόπτερου, μπάντζι τζάμπινγ, και ορειβασίας είπαμε την καληνύχτα μας και δώσαμε ραντεβού για το πρωί να πάμε θάλασσα.

Να πω ότι κοιμήθηκα το βράδυ, θα πω ψέματα. Τον σκεφτόμουν; Ναι! Μα κάθε που έφερνα νοερά την εικόνα του μπροστά στα μάτια μου, ερχόταν μια σανίδα από το πουθενά και έπαιρνε θέση για να την καβαλήσει. Αυτός κάθε φορά έφευγε μαζί της. Ότι θα είχα αντίζηλο μια σανίδα, δεν το περίμενα. Έπρεπε να δείξω ζήλο το πρωί.

Έβαλα το ωραίο μου μπικίνι χρώματος φωτιά κόκκινο, το ξώφτερνο παπουτσάκι μου με το ωραίο τακουνάκι, το ασορτί κοντό καφτάνι παραλίας από πάνω από το μαγιό, πήρα γυαλιά και καπελίνο, πέρασα και τα χείλη λιπ γκλος να γυαλίζουν και ξεκίνησα με το μαλλί να ανεμίζει και ελπίζοντας πως δεν έδειχνα απλά αδημονία, κι όχι πανικόβλητη αδημονία.

Με περίμενε στην παραλία με δυο σανίδες μπροστά του. Μου είπε να ξαπλώσω μπρούμυτα επάνω της και να αρχίσω να κωπηλατώ με τα χέρια εναλλάξ. Στη συνέχεια μου έδειξε πώς να στηριχθώ στα χέρια να φέρω τα δάχτυλα των ποδιών στη σανίδα, να σύρω το πόδι και να στηριχθώ στο γόνατο δίνοντας ώθηση για να σταθώ όρθια με χαμηλή στάση και το βλέμμα εμπρός. Όλα καλά όσο η σανίδα ήταν στην άμμο.

Και μετά είπε αυτό που δεν ήθελα βαθιά μέσα μου, να ακούσω. Πάμε και στο νερό. Δεν ήξερα πώς να κρατήσω τη σανίδα χαριτωμένα και σέξι και συγχρόνως να μπω όλο χάρη στη θάλασσα. Μη πέσω και στα μάτια του από την πρώτη στιγμή. Μα πόσο δύσκολο να είναι πια; Αυτό που έγινε όμως δεν το φανταζόμουν. Εκεί που κωπηλατούσα με τα χέρια, πάω να κάνω την κίνηση που μου είχε δείξει για να σηκωθώ, έρχεται και ένα κύμα και σε δευτερόλεπτα βρίσκομαι στο νερό, να το καταπίνω με απληστία και η σανίδα να με χτυπάει ντουπ στο κεφάλι.

Όταν  με έβγαλε από το νερό, ενόσω έβηχα του σκοτωμού, αισθανόμουν τα πνευμόνια να σκάνε από το πολύ αλάτι, μη μπορώντας να ανοίξω τα μάτια μου ακόμα, και μη έχοντας αίσθηση του κόσμου γύρω μου, δεν σκεφτόμουν καθόλου πως το σέξι γυναίκα είχε πάρει άδεια από τη σημαία, ούτε πως δεν τράβηξα μόνο την προσοχή του αλλά και ολόκληρης της παραλίας ένιωθα όμως μια ανησυχία πως αν έμενα στο νερό ακόμα ένα δευτερόλεπτο θα βρισκόμουν αδελφή με τη γοργόνα του Μ. Αλέξανδρου.

Μου λέει είσαι καλά; Ας πάμε να ξεκουραστείς για σήμερα.

Μου ξεφεύγει και του λέω ‘’για όλο τον υπόλοιπο αιώνα θα σου έλεγα’’.

Αφού με έβαλε να καθίσω σε ξαπλώστρα ευγενέστατα, με ρώτησε πάλι αν είμαι καλά και μου είπε πως θα πάει να κάνει μια βουτιά. Όπως τον έβλεπα να ξεμακραίνει, πρέπει να ήμουν καλά, γιατί το μυαλό μου κλωθογύριζε τι να έκανα για να αποφύγω τη σανίδα μεν,  αλλά να μη χάσω την προσοχή του δε.

Τι είχαμε πάθει, η δόλια εγώ και το δόξα πατρί μου!

Το μεσημεράκι με κάλεσε να φάμε μαζί με φίλους του που μαζί τους έκανε διακοπές. Όλη την ώρα μιλούσαν για βουνοκορφές που είχαν πατήσει, για βυθούς που είχαν εξερευνήσει, και για δύσβατα σημεία που διάβηκαν σε ατέλειωτες πεζοπορίες στα ταξίδια τους.

Τόλμησα να ρωτήσω κάποια στιγμή, τι συμβαίνει με τόσους και τόσους που αισθάνονται την ανάγκη να κάνουν σπορ των άκρων. Ποιο είναι αυτό το συναίσθημα που χρειάζονται τόσο για να νιώσουν την ομορφιά της ζωής; Το βλέμμα που μου έριξαν πριν μου πουν πως ο άνθρωπος πρέπει να ανακαλύπτει συνέχεια, να γεμίζει εμπειρίες και να κατακτά, μου έδειξε κατάφορα πως μια προβληματισμένη σκεπτόμενη γυναίκα με επιθυμία να αναλύσει δεν τους ήταν ευχάριστη.

Και τότε μου πέταξαν την ερώτηση. Έχεις δει τα πάντα πετώντας ψηλά;

Από αεροπλάνο ρώτησα; Όχι, απάντησαν γελώντας. Με ανεμόπτερο λέμε. Ο αιωροπτερισμός είναι σούπερ αίσθηση. Φοβερή.

Πανικόβλητη αποκρίθηκα πως δεν θα μπορούσα να νιώσω ποτέ άνετα με τα πόδια μου και το σώμα μου να κρέμονται στον αέρα και να μη πατάω στέρεα στη γη. Εξάλλου ποια ήμουν εγώ που θα περιφρονούσα τόσες μελέτες για τη βαρύτητα, και το γεγονός πως ο καλός Θεούλης αν ήθελε να είμαι πουλί θα μου έδινε φτερά; Όλοι γέλασαν με το σχόλιό μου κι εγώ κατάπια μέσα μου την πίκρα μου.

Την ώρα που το έλεγα πρέπει να ομολογήσω πως μια παρέα πανέμορφων κοριτσιών έριχναν λιγωμένα βλέμματα στους άντρες της παρέας μας και εχθρικά σε εμένα.

Δεν ένιωσα και τόσο καλά για να μιλήσω με κάθε ειλικρίνεια.

Μια φωνή μέσα μου πήγε να μου πει ‘’ έλεος κορίτσι μου γιατί πρέπει να προσποιείσαι πως τρελαίνεσαι από ενθουσιασμό για τα αιώνια μεγάλα μωρά, που χρειάζεται για να ζήσουν να αποδεικνύουν συνεχώς το πόσο ατρόμητοι είναι και πόσο δυνατοί, φτάνοντας στα άκρα;’’

Μα η φωνή της μάνας μου πάλι στο κεφάλι μου κυριάρχησε. ‘’Τον άντρα πρέπει να τον εξιτάρεις διαρκώς για να κρατάς ζωντανό το ενδιαφέρον του. Αλλιώς δεν θα σε πάρει ποτέ, ή αν σε πάρει θα βρει γκόμενα γιατί θα σε βαρεθεί γρήγορα.’’

Αυτό με τη γκόμενα το ζούσα συνέχεια στη δουλειά μου βέβαια. Και είχα και τη θεωρία μου για το πώς αποδυναμώνεις μια γκόμενα. Απλά αν της ανοίξεις τον δρόμο να γίνει σύζυγος. Τότε χάνει την αίγλη της. Αλλά φυσικά ο άντρας θα βρει άλλη γκόμενα. Πανεύκολο. Οι ερωμένες έχουν χαρίσματα που δεν έχουν οι σύζυγοι. Είναι πάντα περιποιημένες, τις βλέπουν για λίγες ώρες ώστε η καθημερινότητα δεν χτυπάει την πόρτα τους, ούτε οι δυσκολίες, ούτε οι αρρώστιες ούτε τίποτα που θα την απομυθοποιήσει στα μάτια τους.

Πάλι στη δουλειά της κατέληξε η σκέψη της. Αμήχανα κατάλαβε πως δεν είχε ακούσει αυτό που της πρότειναν. Άκουσε μόνο το τέλος. ‘’Εντάξει λοιπόν για αύριο;’’ Τι να κάνει και η Ολυμπιάδα, προκειμένου να ομολογήσει πως το μυαλό της ταξίδευε, τους είπε ναι εντάξει.

Πάλι δεν κοιμήθηκε τη νύχτα. Όχι όμως αυτή τη φορά γιατί σκεφτόταν τον Πάρη.

Αυτό το εντάξει της έκαιγε τα σωθικά, γιατί δεν ήξερε με τι συμφώνησε.

Η απορία της λύθηκε το επόμενο πρωί που την πήγαν σε μια γέφυρα από την οποία κάποιοι πήδαγαν κρατημένοι μόνο από ένα ελαστικό σχοινί δεμένο στους αστραγάλους. Σε δένουν και στη μέση για πρόσθετη ασφάλεια, αλλά ήξερε καλά πως κι εδώ είχαν πεθάνει άνθρωποι. Ο Πάρης φρόντισε να τη δέσουν, και της είπε πως θα πηδήξουν μαζί και θα ξετρελαθεί. Το ότι ξετρελάθηκε  ήταν σίγουρο. Τόση ήταν η χαρά της που τα ουρλιαχτά της δεν σταμάτησαν ούτε όταν έπεφτε, ούτε όταν αναπήδησε με εξακολουθητικό ρυθμό, ούτε όταν ταλαντευόταν, ούτε όμως κι όταν την μάζεψαν πάνω. Το στομάχι της το ένιωθε στο σβέρκο της. Κι εκείνη την στιγμή αποφάσισε πως ο Πάρης ήταν θεός από μύες και ομορφιά, αλλά ήταν μόνο αυτό. Πολύ καλός ο αθλητισμός αλλά ο βατός, σε λογικά πλαίσια. Τζόκινγκ, γυμναστήριο, πιλάτες, χορός, κολύμπι. Τέτοια πράγματα, ανθρώπινα, με μέτρο.

Ένας όμορφος τρελός θεός. Το ίδιο απόγευμα ανακοινώθηκε πως είχε φτιαχτεί ήδη μια ομάδα από τη γνωστή παρέα, και από κοπέλες σύνολο δέκα άτομα και θα πήγαιναν για πεζοπορία ανάβαση και ίσως και λίγη αναρρίχηση αν χρειαζόταν. Αρνήθηκε ευγενικά η Ολυμπιάδα,  συνειδητοποιώντας πως τόσες μέρες δεν είχε δει το νησί, δεν είχε κολυμπήσει αρκετά, δεν είχε μαυρίσει, δεν είχε δοκιμάσει τις τοπικές νοστιμιές του.

Είπε αντίο στο θεό και στην παρέα του και τους ευχήθηκε να περάσουν καλά. Τις υπόλοιπες μέρες που απέμειναν, ευχαριστήθηκε τη θάλασσα, πήρε και λίγο χρώμα έφαγε φαγητά και έκανε βόλτες. Εκείνη και οι ωραίοι μύες, δεν ταίριαζαν μαζί. ‘’Αχ μαμά μου πρέπει να ξέρεις τελικά τι σου ταιριάζει και να είσαι ο εαυτός σου. Δεν αξίζει να δίνεις αγώνα για να κρατήσεις κάποιον που δεν σε αγαπά και σε σέβεται γι’ αυτό που είσαι. Ο ιδανικός σύντροφος πρέπει να σέβεται αυτό που θέλεις και ενίοτε να μετέχει, και το αντίστροφο’’. Η φωνή της μάνας της έμεινε βουβή.

Χωρίς να ξέρει γιατί, ο Σωτήρης της ήρθε στο μυαλό μια μέρα πριν ετοιμάσει βαλίτσες για να γυρίσει. Τον πήρε τηλέφωνο και τον ρώτησε αν είναι διακοπές. Εκείνος χαρούμενος που την άκουγε τη ρώτησε αν είχε κάποιο πρόβλημα.

Κι εκείνη πολύ απλά του είπε. Να,...  ήθελα να κάνω έναν καθαρισμό στα δόντια μου. Γιατί δεν θα ήθελα να με πονέσει κάποιο δοντάκι. Τι λες; Είσαι ελεύθερος; Για σένα πάντα!... της απάντησε. Αισθάνθηκε μια παράξενη χαρά. Τώρα που είχε δει τον κόσμο ανάποδα, ίσως θα έπρεπε να αλλάξει την οπτική της για ανθρώπους που φαίνονταν βαρετοί μα που σίγουρα ήταν πιο ασφαλείς. 



Αυτή ήταν η συμμετοχή μου για το δρώμενο μας Μίνι Σκυτάλη #3!