Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Μιαν Άνοιξη που περιμένουμε... (Σκέψεις και εικόνες #7)




Πάντα όταν σκέφτομαι την Άνοιξη, το μυαλό μου φέρνει ολοζώντανες μπροστά μου εικόνες  ηλιόλουστες, λιβάδια καταπράσινα γεμάτα αγριολούλουδα και δέντρα που μετά το μαστίγωμα του χειμώνα γεμίζουν φύλλα και μπουμπούκια τα κλαδιά τους.


Σκέφτομαι την αναγέννηση! Την Ζωή, την ελπίδα για το αύριο και έναν κόσμο γεμάτο αγάπη. Ακούω τον ήχο κελαρυστού γέλιου δίπλα σε γάργαρα νερά, ενόσω τα έντομα εξορμούν για να απολαύσουν τη φύση και να κάνουν την αρχή των ετοιμασιών τους για τον επόμενο χειμώνα.


Αλλά πιο πολύ η Άνοιξη μου φέρνει συναισθήματα αναμονής μιας έκπληξης. Όχι κάτι συγκεκριμένο. Αλλά την προσμονή και το συναπάντημα με κάτι καλύτερο. Κάτι πρωτόγνωρο. Μια ριπή που θα διώξει τις σκιές των προβλημάτων και θα σε γεμίσει με περίσσια δύναμη.

Ένα συναίσθημα που σε κάνει να νοιώθεις ένα με τη μάνα γη, με τη Φύση, με την Πλάση ολόκληρη.

Συχνά όλα αυτά δεν είναι παρά συναισθήματα που γεννιούνται με την αλλαγή της μέρας και του καιρού.
Ωστόσο σκέφτομαι πως είμαι τυχερή που τα νοιώθω ακόμα. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν χάσει κάποιες εποχές. Δεν νοιώθουν πια την Άνοιξη, ούτε το Καλοκαίρι.
Έχουν μείνει μόνο με Φθινόπωρα και χειμώνες. Πιο πολύ χειμώνες!
Έμειναν στεγνοί, κι αυτό μόνο μια συνέπεια έχει. Το χάσιμο της ικανότητας να αγαπάς και να νοιώθεις άνθρωπος. Να νοιώθεις καλοσύνη.
Όχι! Δεν πρέπει να χάνουμε την Άνοιξη από την καρδιά μας! Πρέπει να την διατηρούμε μέσα μας υποδαυλίζοντας την όταν χρειάζεται σαν την φωτιά. Για να έχουμε κτήμα μας την θαλπωρή της.

Γιατί Άνοιξη σημαίνει Ζωή!






Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο ''Μιαν  Άνοιξη που περιμένουμε...'' της Μαρίας Νικολάου του blog
''Μια ματιά στον ήλιο με γιορτινά''. Ευχαριστώ την Μαρία και ευχαριστώ την Άνοιξη που υπάρχει!

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη # 3

προσωπική φωτογραφία Ανέσπερης
Λέξη:  ''λαξεύω'' 

Το όραμα ενός ‘’τρελού’’

Το ποτάμι διέσχιζε την επαρχιακή πόλη και συναγωνιζόταν ηλικιακά με το τεράστιο δέντρο που δέσποζε στις όχθες του. Εκείνο,  χρόνια τώρα άπλωνε ράθυμα τα κλαδιά του και έστεκε καμαρωτό παρά την ηλικία και τις σχισμάδες  του χρόνου στον φλοιό του.
Αγαπημένη θέση του τρελο-Μάνθου, όταν ήταν καλός ο καιρός, που βουβά επί χρόνια καθόταν κατάχαμα στηριγμένος στον κορμό του και λάξευε με ένα μικρό σουγιά,  ότι ξύλο έβρισκε μπροστά του.

Κανείς δεν του έδινε σημασία. Στη καθημερινή γύρα του, εξοικονομούσε ένα πιάτο φαί,   και καμιά φορά κανένα ρούχο ή παπούτσι. Κανείς δεν θυμόταν τη φωνή του ούτε το επίθετο του και κατά βάθος όλοι θεωρούσαν πως εκτός από τρελός ήταν και μουγγός. Έτσι κι αλλιώς οι συμπολίτες του ήταν παραιτημένοι καιρό τώρα, χαμένοι ο καθένας στον μικρόκοσμο του, με μοναδική τους  συνήθεια   να παραπονιούνται για την κατάντια της πόλης τους και για τα προβλήματα τους, χωρίς ωστόσο να δρασκελίζει  κανείς από την αμπελοφιλοσοφία στην πράξη.

Στην άκρια του μισού ίσκιου του, βρισκόταν μια παλιά παρατημένη αποθήκη, που ήταν και η κατοικία του Μάνθου. Μέσα, ένα ξεχαρβαλωμένο σιδερένιο κρεβάτι, άχρηστο για κάποιον, μα χρήσιμο για την ζωή ενός ξεχασμένου τρελού, ήταν τοποθετημένο μπροστά από ένα παράθυρο με ένα βρώμικο τζάμι, και ένα χοντρό κομμάτι χαρτόνι στο άλλο του παραθυρόφυλλο.  Δεν υπήρχε τίποτα   στο χώρο, εκτός από μια παλιά καρέκλα στην άλλη άκρη και ένα τραπέζι κουτσό, που κάποιοι τσιμεντόλιθοι έκαναν χρέη ποδιών στις δύο από τις τέσσερις γωνιές του.  Το τραπέζι ήταν σκεπασμένο με ένα βρώμικο παλιό τσουβάλι, και από κάτω φύλαγε ευλαβικά όλα τα ξυλόγλυπτα του που δεν τα είχε δει ποτέ κανείς.

Φέτος ο χειμώνας ήταν βαρύς και είχε ήδη φτάσει στη μέση του, κι ο Μάνθος κλεισμένος στην αποθήκη του, καθόταν στο κρεβάτι του φορώντας παλιές εφημερίδες μέσα από το χιλιοσκισμένο παλιό παλτό του, και κουκουλωμένος με μια τρυπημένη παλιά κουβερτούλα.
Κοντά του ένα βαρέλι που στα σπλάχνα του σιγόκαιγε μια φωτίτσα, και μια σιδερένια σχάρα σαν στήριγμα ενός μεταλλικού μπρικιού  με ζεστό τσάι του βουνού, που υποσχόταν ισχνά, μα όχι πειστικά, να ξορκίσει την παγωνιά.  
 Από πάνω του άκουγε τα κλαδιά του δέντρου να χτυπούν με λύσσα τη μεταλλική σκεπή, στηριγμένη σε κάποια μαδέρια, μαρτυρία του μεγάλου αγώνα,  που δινόταν την αποψινή νύχτα ανάμεσα στο δέντρο και τον άνεμο. Η φωτιά έσβησε στο βαρέλι, ωστόσο ο Μάνθος δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Παρακολουθούσε με αγωνία τη μάχη που μαινόταν.
Ο θόρυβος που σκέπασε την βουή του αέρα έδειξε κατάφωρα το αποτέλεσμα της αναμέτρησης.

Το πρωί οι κάτοικοι μαζί με τον Δήμαρχο αντίκρισαν το χειρότερο θέαμα που μπορούσαν να φανταστούν. Το μεγάλο αιωνόβιο δέντρο ήταν ο ηττημένος της σύγκρουσης  με τον Αίολο, και όχι μόνο. Ξεριζωμένο συθέμελα είχε πέσει πάνω στη μισή αποθήκη γκρεμίζοντας την μια πλευρά της και σκεπάζοντας το άψυχο κορμί του Μάνθου, που χτυπημένος από ένα δοκάρι της σκεπής κειτόταν  άψυχος ανάμεσα σε κλαδιά και συντρίμμια.

Αφού μπόρεσαν να βγάλουν τη βασανισμένη σωρό του  για να κάνουν τα πρέποντα, κάποιος πρόσεξε το σκεπασμένο τραπέζι. Τραβώντας το τσουβάλι αντίκρισε την άηχη κραυγή ενός σημαντικού αφανή.

Είδαν μια μακέτα,  πιστή μικρογραφία της πόλης τους, φτιαγμένη από ξύλο ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Μέχρι μικρές ανθρώπινες φιγούρες που φαίνονταν να συζητούν ή να χαιρετούν η μία την άλλη. Μια πόλη με μαγαζιά, σπίτια και ανθρώπους όπως έπρεπε να είναι κι όχι όπως ήταν πραγματικά.

Μεγαλύτερο χαστούκι είχε δώσει σε όλους ο Μάνθος, από τον άνεμο. Μεγαλύτερο στίγμα άφησε στις καρδιές με την αφανή ζωή του, παρά όλοι οι κάτοικοι μαζί τόσα χρόνια.

Έπειτα από καιρό η όμορφη πόλη τραβούσε επισκέπτες από παντού, και τόνωνε το καμάρι και του τελευταίου κατοίκου.
Στην είσοδο του Δημαρχείου σε γυάλινη προθήκη βρισκόταν μια ξυλόγλυπτη μακέτα της πόλης.

Η πλακέτα από πάνω,  έγραφε:

‘’Δημιουργία Μάνθου,  ενός συντοπίτη που αφύπνισε συνειδήσεις και άνοιξε τον δρόμο για την υλοποίηση του ονείρου’’.



Αυτή ήταν η συμμετοχή μου εμπνευσμένη από την εικόνα και την λέξη που όρισε για μένα η Ανέσπερη, και που σήμανε επίσημα και την αρχή της τρίτης Σκυτάλης.
Σειρά έχει η Katerina Verigka του ''Pause blog''.
 Της δίνω τη σκυτάλη με την εικόνα:

Pixabay

και η λέξη κλειδί : '' Επιλογή''
Καλή επιτυχία Κατερίνα!!!

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #3




Οι δηλώσεις συμμετοχών τελείωσαν! Τώρα τα κεφάλια μέσα! Ξεκινάμε παρεάκια μου!


Με την επίσημη δήλωση συμμετοχής η σειρά είναι η εξής:

1)    Μarypertax  
Η εικόνα επιλογή της Ανέσπερης είναι:


φωτο Ανέσπερης

και η λέξη που επέλεξε είναι: '' λαξεύω ''
Τίτλος κειμένου ''Το όραμα ενός ''τρελού''

2)    Katerina Verigka
Η εικόνα επιλογή της Marypertax είναι:
pixabay

και η λέξη που επέλεξε είναι: ''Επιλογή''
Τίτλος κειμένου:''Η διαδρομή της κοινωνικής αφύπνισης''

3)    Δελφινάκι
Η εικόνα επιλογή της Katerina Verigka είναι:
photogrist.com
και η λέξη που επέλεξε είναι: ''Συνείδηση''
Τίτλος κειμένου: ''Συνείδηση''

4)    Αννετά...κι
Η εικόνα επιλογή της Delfinaki είναι:
https://www.igre123.net/lunna-lavigne/slike/*_______________________*/40218
και η λέξη που επέλεξε είναι: ''Ηλιοβασίλεμα''
Τίτλος κειμένου: ''Να σου πω ένα μυστικό''
5)   Anna Flo 
Η εικόνα επιλογή της Αννετά...κι είναι:
http://rofllollmao.com/cute/let-me-give-you-a-big-hug/

και η λέξη που επέλεξε είναι : ''αγκαλιά''
Τίτλος κειμένου:''Μια νύχτα με βροχή''


6)    Giannis Pit 
Η εικόνα επιλογή της Anna Flo είναι:
pixabay




και η λέξη που επέλεξε είναι: ''απατηλός''

7)    Maria Kanellaki

8)    Airis

9)    Mia

10)  Aχτίδα

11)  Woman in blogs

12)   Onirokosmos

13)   Memaria

14)   Fish eye

15)   To e-periodiko mas

16)   Μαρία Γ.

17)   Christina Andromeda

18)   Σμαραγδάκι Ρούλα

19)   Ελένη Φλογερά

20)   Ρένα Χριστοδούλου

21)   Μαρία Νικολάου

22)   Lysippe

23)   Marina Tsardakli

24)   Κλαυδία

25)   Ανέσπερη


Ευχαριστώ όλους τους συμμετέχοντες από καρδιάς!

Και την σκυτάλη δίνει με την επιλογή εικόνας και λέξης κλειδί σε μένα η Ανέσπερη!

Καλή μας Αρχή!



Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019

Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #3




ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ!!!


Καλό μήνα σε όλους και όλες! Εύχομαι ο Μάρτιος να είναι όντως ένας υπέροχος μήνας και η αρχή της πολυπόθητης Άνοιξης!
Είναι όμως και ο μήνας που υλοποιούνται υποσχέσεις, όπως αυτή που σας έδωσα για την τρίτη Σκυτάλη μας!

Ανασκουμπωθείτε λοιπόν, και από σήμερα μέχρι την άλλη Πέμπτη 7/3/19 στις 10 το βράδυ ισχύουν οι δηλώσεις συμμετοχής!

Η Σκυτάλη είναι ένα δρώμενο που το αγαπάμε όλοι, που μας κάνει να μοιραζόμαστε αισθήματα και εμπνεύσεις, μας ωθεί να δημιουργούμε και να νοιώθουμε τον σφυγμό των συμπαιχτών μας να γίνεται ένα με τον παλμό της ψυχής μας!

Τους κανόνες τους ξέρετε, 500 λέξεις σε ποίημα, ή πεζό, σε σάτιρα ή ό,τι άλλο πάντα με συνέπεια όπως συνηθίζετε μέσα σε μία εβδομάδα ο καθένας, αρκεί να έχει σχέση με την εικόνα που διαλέγει ο συμπαίχτης σας για εσάς.

Και για να το κάνουμε πιο ενδιαφέρον, ο κάθε  παίχτης στο εξής θα διαλέγει όχι μόνο εικόνα αλλά και μία λέξη που θα πρέπει να αναφέρεται μέσα στο ποίημα ή το πεζό του καθενός.
Η λέξη μπορεί να έχει σχέση με την εικόνα ή να είναι λέξη πρόκληση. 


Στο τέλος ακολουθεί πάντα η κλήρωση για το δώρο μου, φτιαγμένο από εμένα για έναν από εσάς.

Και μη ξεχνάτε πως το άγρυπνο μάτι μου είναι πάντα κοντά σας να σας θυμίζει, να ειδοποιεί και να συντονίζει αν χρειαστεί.

Περιμένω τις συμμετοχές σας λοιπόν!



Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

Παίζοντας με τις λέξεις! Οι συμμετοχή μου!




1η Συμμετοχή:








Η τιμή, τιμή δεν έχει…

Περπατούσε κουνιστά και από την τσαχπινιά της, οι ραχούλες έτριζαν και τα φαράγγια κι οι λόγγοι έσκουζαν. Χαμηλοβλεπούσα φαινομενικά η Τασούλα, μα όλα τα αρσενικά του χωριού λιμπίζονταν τα κάλλη της και έκοβαν σεργιάνι νοερά στα ελέη του νεανικού κορμιού της. Μα τα βλέφαρα πετάριζαν, σαν περνούσε μπροστά από τον έναν και μοναδικό λεβέντη που ξεχώριζε από όλους, τον Γιωργή. Κι εκείνος όμως δεν ήταν αδιάφορος στις χάρες της. Μέσα του είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του να χαρεί τα κάλλη της Τασούλας. Και δώστου την ξεμονάχιαζε όποτε μπορούσε και δώστου εκείνη του απαντούσε με κουνήματα και χάχανα σιγανά. Και ένα απομεσήμερο που ο κύρης της είχε πέσει για ύπνο, η Τασούλα ξεπόρτισε να πάει να φέρει νερό. Κι εκεί την ώρα που το λιοπύρι σπρώχνει τους ανθρώπους για μεσημεριάτικη ανάπαυση, αφέθηκε στα λάγνα χάδια και τα μεθυστικά φιλιά του Γιωργή, πίσω από τους θάμνους, με το μουρμούρισμα του νερού της πηγής σαν μουσική υπόκρουση. Αυτή η θύμιση έμεινε ζωντανή στην μνήμη της, μα δεν είχε συνέχεια. Από τότε ο Γιωργής την απέφευγε κι εκείνη είδε τα όνειρα που είχε πλάσει να γκρεμίζονται ένα-ένα.


Μα ο βραχνάς της άρχισε αργότερα.


Η Τασούλα είκοσι χρόνων πια, και όλοι σκέφτονταν πως ήταν ήδη σε ηλικία γάμου. Η Σταμάτα η προξενήτρα έφερε το πρώτο προξενιό, που όμως ήταν από έναν νέο, τον Λευτέρη. Ο Λευτέρης δεν ήταν Γιωργής, μα έπινε βαρύ τον καφέ του και το κομπολόι ήταν ένα με το χέρι του, δείγματα αντρισμού και κύρους. Δουλευταράς και με χωράφια δικά του ήταν πολύφερνος γαμπρός.


Τον συμπαθούσε τον Λευτέρη, μα τον φοβόταν κιόλας. Και δεν φοβόταν τόσο αυτόν, όσο την μοιραία πρώτη νύχτα του γάμου, που ο γαμπρός θα έπρεπε να βρει παρθένα την νύφη και να κρεμάσει το ματωμένο σεντόνι από το μπαλκόνι κατά το χαζό έθιμο του χωριού.


Αυτό από μόνο του την έκανε να φέρνει με τρόπο αντιρρήσεις και να λέει πως είναι μικρή για γάμο και για σκοτούρες.


Βαθιά μέσα της είχε την ελπίδα πως ο Γιωργής θα ερχόταν να την διεκδικήσει. Μα κι αυτό το όνειρο ναυάγησε, σαν έγινε η αναγγελία των αρραβώνων του με μια άλλη νέα του χωριού.


Σωτηρία δεν υπήρχε, έτσι όπως το έβλεπε και άλλο δεν είχε, παρά να ομολογήσει κλαίγοντας την αλήθεια, στην μάνα της πρώτα.


Εκείνη με τρόπο, αφού τράβηξε τα μαλλιά της και θρήνησε την χαμένη τιμή τους, τα ξεφούρνισε ένα μοιραίο βράδυ στον πατέρα.


Άλικα έγιναν τα μάγουλα της Τασούλας από τα χαστούκια του πατέρα της, ο οποίος αφού ξέσπασε, έβαλε την λογική του κάτω και άρχισε να σκέφτεται τρόπους να αποφύγει το ρεζιλίκι.


Και πώς να πουν σε ένα άντρακλα όπως ο Λευτέρης, πως η νύφη κακοπάτησε;


Μα ο Λευτέρης έδωσε λεβέντικα την απάντηση.


‘’Βέβαια τα δεδομένα άλλαξαν. Όμως και τα κορίτσια δεν φταίνε, είναι άμυαλα. Αλλά πάλι;. Ο αντρισμός μου; Μία λύση βλέπω. Θέλω είκοσι στρέμματα και σπαρμένα’’.


Τα χέρια δόθηκαν στο όνομα της λεβεντιάς και ένας κόκκορας έδωσε το αίμα του στο όνομα της τιμής και του χωριού.


     
2η Συμμετοχή:





Τελευταίο Αντίο


Αγάπη μου, σε βλέπω ξαπλωμένη και φέρνω στο μυαλό μου όλες τις υπέροχες εικόνες γεμάτες ζεστασιά που χτίσαμε μαζί.
Το πρόσωπο σου χλωμό και τα μάτια σου κλειστά, δεν αντιδρούν στο ευεργετικό φως που μπαίνει από τις μισάνοιχτες κουρτίνες και που δίνει δειλά κι αυτό τη μάχη του για να μην αποχαιρετήσεις την ζωή που σε εγκαταλείπει.
Τα λευκά σεντόνια καλύπτουν το βασανισμένο σου κορμί, που τόση ζωντάνια είχε κάποτε.
Χάσαμε το στοίχημα με την ζωή αγάπη μου. Χάσαμε το στοίχημα με τον χρόνο και με την μοίρα. Έμειναν τόσα ατελείωτα όνειρα μωρό μου. Έμειναν τόσα που θα κάναμε μαζί ακόμα. Είμαι ανίκανος να κοιτάξω μπροστά χωρίς εσένα. Δεν βλέπω παρά μόνο σκοτάδι. Εσύ είσαι η πηγή της δύναμης μου. Χρειάζομαι την αγάπη σου για να σταθώ όπως το σώμα μου τον αέρα και το νερό για να ζήσει.
Δεν μπορώ να πιστέψω πως θα ανοίγω τα μάτια μου το πρωί, και δεν θα είσαι δίπλα μου κουρνιασμένη με το μαξιλάρι σου αγκαλιά. Πως δεν θα ξανασηκωθώ νυχοπατώντας να σου φέρω την κούπα με τον αχνιστό καφέ και ένα τριαντάφυλλο από τον κήπο.
Πως δεν θα καθόμαστε πια τον χειμώνα αγκαλιά δίπλα στο τζάκι να πλάθουμε ιστορίες για το μέλλον μας ανάμεσα σε στιγμές πάθους, που μοιραζόμασταν με μόνη μουσική συνοδεία τους ήχους των γλυκών φιλιών στα κορμιά μας.
Πόσες φορές δεν φαντάστηκα πως μπαίνει ο γιατρός με το άγγελμα της σωτηρίας σου στα χείλη. Πόσες φορές δεν φαντάστηκα πως το παρόν θα γίνει ένας κακός εφιάλτης πεταμένος στην λήθη.
Πως ανοίγεις τα μάτια με κοιτάζεις και μου λες, ‘’μην είσαι λυπημένος, γύρισα. Εδώ θα μείνω, γιατί εδώ ανήκω.’’ Θα σε έπαιρνα τότε στα χέρια και θα φεύγαμε μακριά, κάπου με ήλιο που τόσο αγαπούσες. Κοντά σε θάλασσα να σε νανουρίζει το κύμα ενώ σε κρατώ με ασφάλεια στην αγκαλιά μου.
Άλλοτε πάλι φαντάζομαι πως γυρίζω τον χρόνο πίσω και δεν συμβαίνει ποτέ το φρικτό ατύχημα που σε βγάζει από την ζωή μου και με καταδικάζει στην ερημιά και τη δυστυχία.
Οι ελπίδες να ξυπνήσεις κάθε μέρα λιγοστεύουν. Κι αυτό το γράμμα δεν θα το διαβάσεις ποτέ. Το πόσο σε αγαπώ, το ότι η καρδιά μου και η ύπαρξη μου ολόκληρη γεννήθηκαν για να σου ανήκουν.
Είσαι η ζωή μου, το νόημα της ύπαρξης μου, η τροφή μου, ο αέρας μου, ο σκοπός μου. Νοιώθω πως κι εγώ σβήνω μαζί σου.
Σήμερα νομίζω πως είναι η τελευταία μας μέρα μαζί. Δεν ξέρω γιατί έχω αυτήν την αίσθηση. Το φως χάθηκε σιγά- σιγά και η νύχτα πήρε τη θέση της στο σύμπαν μας.
Κι ο πόνος στο στήθος μου γίνεται αφόρητος αλλά δεν του δίνω σημασία.
Δεν αντέχω μια ζωή χωρίς εσένα καρδιά μου………..




Ξημέρωσε η καινούργια μέρα. Τα μάτια της ξαπλωμένης γυναίκας έπειτα από τόσο καιρό άνοιξαν. Το χέρι σηκώθηκε αδύναμα και χάιδεψε τα μαλλιά του αγαπημένου της, που είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ξαφνικά, κρατώντας στο χέρι ένα μισογραμμένο γράμμα. Ένα τελευταίο αντίο.
Για κάποιες αγάπες δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν υπάρχει παρά μόνο γραμμένο!

 

Αυτές ήταν οι δύο συμμετοχές μου στο ''Παίζοντας με τις λέξεις'' που οργανώνει η Memaria του
mytripsonblog
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Μαρία μας για τη δημιουργικό έναυσμα που μας δίνει και για την απόλαυση που βιώνω!

Επίσης να σας θυμίσω ότι τρέχει το Φωτογραφική πρόσκληση 24 που κάνει το Δελφινάκι μας του Φωτογραφικά μονοπάτια. 

Και μη ξεχνάτε για άλλη μια φορά πως η τρίτη Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη θα ξεκινήσει επίσης τον Μάρτιο.