Τα φύλλα θροΐζουν
και στ’ αυτί μου ψιθυρίζουν
για αγάπες
που χαθήκαν, για όνειρα που πια σβηστήκαν
για ελπίδες
και για πόθους, μα και για χαμένους
μόχθους.
Ο αγέρας που
αλυχτάει, πάντα νέους καημούς γεννάει
για όσους
είναι μοναχοί τους και είναι έρημη η ζωή τους
απ’ τους
άλλους ξεχαστήκαν κι απ’ τη μοίρα χτυπηθήκαν.
Σαν η
θάλασσα αφρίζει, κάθε κύμα μουρμουρίζει
για όλους
τους αποκομμένους, στη ζωή εγκλωβισμένους
βυθισμένους
στο σκοτάδι, στερημένους από χάδι.
Οι σταγόνες
της βροχής, όταν πέφτουν καταγής
Χώμα και
φυτά δροσίζουν, και τα δέντρα τα ποτίζουν
Έτσι η φύση
όταν θεριεύει, την ψυχή μας γαληνεύει.
Τούτη η Γη
που την πατούμε, και που τη λεηλατούμε,
Αντιδράει
και βογγάει, το ενδιαφέρον μας ζητάει.
Να μπορέσει
να ανασάνει, που από εμάς έχει αποκάνει.
Και το
Σύμπαν με σοφία, στην ανθρώπινη ανοησία
απαντά με
κάθε τρόπο, πότε πράα, πότε με κρότο,
πως η
ομόνοια και η φροντίδα, μας χαρίζει την ελπίδα.
Πως φυλές,
χρώμα, θρησκείες, χτίζουν έχθρα και κακίες.
Οι κακίες
φέρνουν μίση, πονηρό αλισβερίσι
που το
δίκαιο καταργούν , και ψυχές ποδοπατούν.
Με αρχές όλα
πλαστήκαν, μα στον δρόμο ξεχαστήκαν
Η εξέλιξη κι
η επιστήμη, αδυνάτισαν την μνήμη
Η απληστία
και ο φθόνος έγιναν σε όλους νόμος.
Και ο άνθρωπος θα χάσει, και μαζί κι όλη η
Πλάση
Αν δεν
σβήσει την οργή του, δεν κοιτάζει την βολή του
Την αλήθεια
να αγαπήσει, την αγάπη να σκορπίσει.
