Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Ανάμνηση του Μάρτη!

Σαλιγκάρια, μια αξέχαστη γνωριμία!


Κόντεψε να φύγει ο Μάρτης, και να πατήσω την υπόσχεση στον εαυτό μου, κάθε μήνα να γράφω και μια ανάμνησή μου, καλή ή κακή δεν έχει σημασία.
Μια και τώρα ευκαίρησα, αυτός ο Μάρτης πολύ πνιγμένος, είπα να φανώ συνεπής, πριν εκπνεύσει ο μήνας.

Ήταν λοιπόν ένα μικρούλι κοριτσάκι, τόσο δα, που η μητέρα του το έπαιρνε πάντα μαζί της στα ψώνια.
Η μικρούλα είμαι εγώ, μια ξανθομαλλούσα με μπουκλάκια πολλά, που με κρατούσε η μητέρα μου από το χέρι, κι εγώ έπαιρνα γεύσεις από τον κόσμο.
Ήταν η μέρα της αγοράς θυμάμαι, και είχαμε βγει να αγοράσουμε λίγο κρέας, κανένα ψάρι, τυροκομικά, και διάφορα άλλα.

Φτάσαμε κοντά στην κεντρική αγορά, και η αγαπημένη μου στάση, ήταν στη βιτρίνα του μεγάλου pet shop που βρισκόταν στη γωνιά της πλατείας.
Κάθε φορά, έβλεπα διάφορα. Πότε είχε κουνέλια, πότε είχε πουλιά, πότε σκυλάκια. Σε όλα είχα αδυναμία, μικρούλια κι αυτά σαν και μένα. Αυτή τη φορά είχε έναν τεράστιο παπαγάλο θυμάμαι. Πολύς κόσμος σταματούσε μπροστά σε αυτό το μαγαζί.
Η μητέρα μου πάντα μου έκανε το χατίρι, να σταματήσουμε εκεί λίγη ώρα, ώστε να μπορέσω να χαζέψω τα ζωάκια.

Η επόμενη στάση μου, ήταν στο μαγαζί που υπήρχε πάντα ουρά από κόσμο, για να φάμε την αγαπημένη μου τυρόπιτα, από τον κύριο Σταύρο, που πάντα με κερνούσε και ένα γλειφιτζούρι, καθώς πληρώναμε στο ταμείο.

Η σημερινή μας αγορά, αφορούσε κυρίως τα υλικά όπως έλεγε την προηγούμενη μέρα η μητέρα μου, για ένα νέο φαγητό που διάβασε στον αγαπημένο της Τσελεμεντέ.  Πήγαμε στο κατάστημα που συνήθως ψωνίζαμε, και ανάμεσα σε όλα πρόσεξα και ένα δίχτυ, γεμάτο από μικρά στρογγυλά πραγματάκια με ρίγες. 

''Τι είναι αυτά μαμά;''

''Σαλιγκάρια, μου απάντησε.’’  

Μόλις τελειώσαμε, γυρίσαμε στο σπίτι. Έπειτα από λίγο, ανέβηκα στη καρέκλα, σαν παρατηρητής να παρακολουθήσω την τακτοποίηση των αγορών μας.
Κάποια στιγμή την βλέπω που αδειάζει το δίχτυ σε ένα τρυπητό, και αρχίζει να πλένει τα ριγωτά σχήματα.    
Όταν πλύθηκαν, τα έβαλε σε μια μεγάλη κατσαρόλα με νερό, κι εγώ απόρησα.  

-Τι κάνεις τώρα μαμά; … τη ρώτησα.

Και μου απαντάει πως τους έφτιαχνε πισίνα για να κάνουν μπάνιο. Η απάντηση με έκανε να απορήσω περισσότερο, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει ένας καταιγισμός ερωτήσεων. Γιατί, πώς, τι είναι;  Σε αυτά τα στρογγυλά λέει, τα σαλιγκάρια, κατοικούσαν ζωντανά πλάσματα. Και τα στρογγυλά ήταν το σπίτι τους. Όμως μπορεί κάποια να είχαν πεθάνει στο κρεβατάκι τους, και γι’ αυτό τα βάζουμε σε νερό για να δούμε ποια είναι ζωντανά.

''Και δεν θα πνιγούν;''

''Όχι δεν κινδυνεύουν, μη φοβάσαι... όταν θα βγουν θα σε φωνάξω''.

Τα σαλιγκάρια αλλάχτηκαν νερά αρκετές φορές, και έμειναν στη κλειστή κατσαρόλα όλη νύχτα.

Έπεσα για ύπνο, και το πρωί, με το που άνοιξα τα μάτια, όπως ήμουν ξυπόλητη, η πρώτη μου σκέψη ήταν να τρέξω στη κουζίνα. Η κουζίνα ήταν πιο ψηλή μου, κι εγώ σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, προσπαθώντας να φτάσω την κατσαρόλα.

''Τι κάνεις εκεί'' με ρώτησε η μητέρα μου.

''Θέλω να δω τα ζωάκια''.


Τράβηξα τη καρέκλα, και σκαρφάλωσα πάνω. Η μητέρα μου ήταν κοντά και με παρακολουθούσε. Μου άνοιξε το καπάκι, και ως εκ θαύματος, είδα μικρά πλάσματα να περιδιαβαίνουν στα τοιχώματα της κατσαρόλας, σέρνοντας και το σπίτι τους μαζί. Η κουζίνα θυμάμαι, γέμισε από τις φωνές μου, όταν κάποια είδα να είναι και στο καπάκι ανεβασμένα. Υπήρχαν και δυο τρία σπίτια στον πάτο, που οι ένοικοι δεν είχαν βγει να κόψουν βόλτα. Είχαν πεθάνει τα κακόμοιρα. Η κηδεία τους έγινε στον σκουπιδοτενεκέ. Το νερό αλλάχτηκε ξανά, οριστικά αυτή τη φορά. Κι εγώ ενθουσιασμένη χτυπούσα τα χέρια μου.

Την συνέχεια δεν την είδα η μητέρα μου με πήγε μέσα να πλυθώ, να ντυθώ και να παίξω. Δεν ήθελε βλέπετε, να μειώσει τον παιδικό μου ενθουσιασμό, ούτε να είμαι μπροστά την ώρα που  τα πρώτα ζωάκια που ήρθαν σπίτι μου, θα μαγειρεύονταν  ζωντανά για να γεμίσουν το πιάτο μας.

Το μεσημέρι, που ήρθε και ο πατέρας μου από τη δουλειά, με φώναξαν στο τραπέζι. Αφού έπλυνα τα χέρια, και σκαρφάλωσα στη καρέκλα, κοιτάζω όλο περιέργεια, το πιάτο με το φαγητό που ήταν μπροστά στον πατέρα μου.

-Τι είναι αυτό μπαμπά;…. ρωτάω υποψιασμένη, γιατί τα στρογγυλά πραγματάκια μου θύμιζαν κάτι.

Κι ο πατέρας μου ανύποπτος, μου λέει
-Σαλιγκάρια είναι αγάπη μου….


Κατεβαίνω φουριόζα από τη καρέκλα, καλά που δεν έπεσα με το κεφάλι, και τρέχω στη κουζίνα για να δω τη κατσαρόλα με τα ζωάκια.
Σουφρώνω τα χειλάκια μου, και λέω με τρεμάμενη φωνή στη μαμά μου.

-Πού είναι τα ζωάκια;

Όταν μου είπαν ότι τα ζωάκια τα πήραμε για να τα φάμε, χαλασμός κόσμου θυμάμαι. Κανείς δεν έφαγε, όλοι προσπαθούσαν να με ηρεμήσουν από τα κλάματα. Και ήταν τόση η στενοχώρια μου για εμάς που θα τρώγαμε τα ζωάκια που κυλούσαν στη κατσαρόλα ανύποπτα, που σαλιγκάρια δεν έχω δοκιμάσει μέχρι σήμερα.

Και όπου βρίσκομαι ακόμα και μέχρι τώρα που σας γράφω την εμπειρία μου, όταν βρέχει, πάντα κοιτάω κάτω. Κι όταν δω σαλιγκάρι, να βρίσκεται στο πέρασμα ανθρώπινου ποδιού, και  να κινδυνεύει να πατηθεί, το πιάνω και το μεταφέρω σε ασφαλές σημείο, μονολογώντας

-Μικρούλι να προσέχεις μη σε πατήσουν… λες και θα με ακούσει!