Κυριακή 28 Απριλίου 2024

Μια ιδέα - μια έμπνευση #2 Δεύτερος κύκλος /Συμμετοχή!

 




Κεντρική Ιδέα Πλοκής

Το παλιό οικογενειακό σπίτι στο ορεινό χωριό, έχει την αγάπη σας αλλά περιμένει και τη φροντίδα σας. Η κατάστασή του είναι κακή και εσείς σχεδιάζετε να το ανακαινίσετε. Βρίσκεστε ήδη εκεί αλλά ένα αναπάντεχο πρόβλημα καθιστά άμεσα αναγκαία την επίλυσή του. Ο μοναδικός / μοναδική, από τη γειτονική κωμόπολη, που θα ανέβει στο σπιτικό προκαλεί πραγματικό σοκ με την άφιξή του / της. Ίσως να μη περιμένατε ποτέ να βρεθεί απέναντί σας. Η ξαφνική χιονοθύελλα έχει τα δικά της σχέδια και θα σάς αναγκάσει να μείνετε εκεί, στον ίδιο κλειστό χώρο μέχρι να απεγκλωβιστείτε. Η νύχτα και το παρελθόν έρχεται ξανά. Τι μπορεί άραγε να κουβαλάει αυτό το πρόσωπο; Είχατε ποτέ σχέση μαζί του; ή μήπως προκύπτει μια έμμεση σχέση μαζί του; Τι μπορεί να φέρει; Τι μπορεί να αλλάξει; Μπορείτε να το αφήσετε στην άκρη;


Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ!

τα δικαιώματα ανήκουν στον δημιουργό της εικόνας πηγή διαδίκτυο

Με τη παρουσία φίλων και συγγενών, αποχαιρέτησε τον αδελφό της για το τελευταίο του ταξίδι, έπειτα από ταλαιπωρία ενός μήνα, από την παλιο-αρρώστια που τελικά τον νίκησε.

Ο Δημήτρης, μόνιμος κάτοικος του πατρικού της στο χωριό, και η Νίκη, μόνιμος κάτοικος της πρωτεύουσας. Δύο διαφορετικοί χαρακτήρες, αλλά ωστόσο με αγάπη ανάμεσα τους μεγάλη. Παρότι η Νίκη είχε χρόνια να πατήσει το πόδι της στο πατρικό της από το οποίο αδημονούσε να φύγει από πολύ μικρή ηλικία, ωστόσο η επικοινωνία των δύο αδελφών μέσω όλων των σύγχρονων μέσων,   ήταν συχνή.

Οι σκέψεις διαδέχονταν η μία την άλλη,  καθώς οδηγούσε στον δρόμο για το χωριό, αφού έφτιαξε τη βαλίτσα της, αμέσως μετά την κηδεία. Είχε τακτοποιήσει τις υποθέσεις της όταν αρρώστησε ο αδελφός της, και ήξερε πως τις είχαν αναλάβει τα έμπειρα άτομα του γραφείου της.

Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, δεν άντεχε τη φύση, δεν άντεχε τις συνθήκες του χωριού, τους κατοίκους του που ανακατεύονταν ο ένας στη ζωή του άλλου, τα κουτσομπολιά, τη στενότητα μυαλού, κι αυτό που ό,τι κι αν έκανες μαθευόταν με την ταχύτητα ανάσας σε όλους. Ήταν λες και από τη στιγμή που ο ήλιος ανέτειλε, ένα τρίτο μάτι σε παρακολουθούσε παντού. Ονειρευόταν λοιπόν να φύγει. Να πάει στη πόλη, άγνωστη μεταξύ αγνώστων και να ανοίξει τα φτερά της κοντά σε πολιτισμό όπως έλεγε.

Όταν της ανακοίνωσε πως ήταν άρρωστος, η είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Κι όταν τελικά τον έφεραν στην Αθήνα στο νοσοκομείο, δεν έλειψε έναν ολόκληρο μήνα και κάτι από δίπλα του, φροντίζοντας τον και εμψυχώνοντας τον. Πέθανε στα χέρια της. Μα πριν πεθάνει, την έβαλε να του υποσχεθεί πως θα φροντίσει το σπίτι, το χτήμα και τα ζώα του.

Ειδικά το άλογο του τον Φοίβο, που το λάτρευε. Του το υποσχέθηκε! Της βγήκε τόσο φυσικά, χωρίς καν να το σκεφτεί! Στην κηδεία παραδόξως, δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ, ενώ μέσα στο χειμωνιάτικο κρύο, την παρηγορούσε η σκέψη πως ο αγαπημένος της αδελφός δεν μπορούσε να νοιώσει τίποτα πλέον. Ούτε κρύο, ούτε πόνο.  Ένα μήνα τώρα η Νίκη ήταν λες και ζούσε τη ζωή ενός τρίτου. Γενικά δεν ήταν άτομο που εξωτερικευόταν εύκολα. Και τα συναισθήματα της δύσκολα τα εξέφραζε. Κάποιες φορές είχε αμφιβολίες αν είχε καν συναισθήματα.

Η ίδια έπρεπε να εκπληρώσει την υπόσχεση της, πως θα φρόντιζε για όλα, καθώς του έκλεινε τα μάτια.

Τώρα είχε τόσες αμφιβολίες μέσα της, και ο φόβος της που τον είχε ξεχάσει τόσα χρόνια, ξαναέκανε την εμφάνιση του. Ο καιρός δεν βοηθούσε καθόλου. Το κρύο τσουχτερό, κι εκείνη φασκιωμένη μέσα στο παλτό της με τον γούνινο γιακά, με γάντια και μπότες που κάλυπταν το πεντελόνι της. Τουλάχιστον μέσα στο αμάξι της ήταν ζεστά. Ήταν κι αυτό κάτι.

Όμως ο αέρας λυσσομανούσε και έβριζε την τύχη της που έπρεπε να πάει τώρα να φροντίσει τα ζώα και το σπίτι και όχι όταν θα ήταν Άνοιξη πια.

Έφτασε με τα χίλια ζόρια στο χωριό, και πήρε τον μοναδικό δρόμο για να φτάσει στην άκρια του, που βρισκόταν το χτήμα και το σπίτι. Σε λίγο θα βράδιαζε, και την έπιασε η αγωνία να 

φτάσει. Είχε πάρει μαζί της τα πάντα σχεδόν που θα της χρειάζονταν, από τρόφιμα και νερό, μέχρι φάρμακα και φακό. Ακόμα και κεριά.

Όταν ξεκλείδωσε την μεγάλη αυλόπορτα, μπήκε με το αμάξι και κατέβηκε ξανά να κλείσει πίσω της. Οδήγησε μέχρι την πόρτα του σπιτιού και κοίταξε το σιωπηλό σπίτι με φόβο. Νόμιζε πως θα άνοιγε η πόρτα και θα έβγαιναν οι γονείς της και ο αδελφός της τρέχοντας να την προϋπαντήσουν, μα το μόνο που την υποδέχτηκε ήταν η σιωπή. Έπρεπε να υπάρχει και ένας σκύλος εκεί. Ο Ερμής. Έτσι της είχε πει ότι τον έλεγαν. Πού βρισκόταν; Λες να περίμενε κάπου για να επιτεθεί στον ξένο καταληψία;

Άνοιξε την πόρτα και το τρίξιμο της, ήταν σαν μουσική υπόκρουση, για το χρονικό πέρασμα από το παρόν, στο παρελθόν. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Όπως τα θυμόταν είχαν διατηρηθεί, λες και κάποια αλλαγή θα ήταν ιεροσυλία, στις μνήμες των αλλοτινών χρόνων.

Γύρισε τους διακόπτες και το φως έλουσε την κουζίνα. Νοερά είδε τη μητέρα της να ετοιμάζει τραπέζι με την κλασσική ποδιά της κουζίνας στη μέση της.

Η κουζίνα με την παλιά στόφα, το βαρύ τραπέζι στο κέντρο, με τις καρέκλες γύρω του, τέσσερις στον αριθμό. Τα κατσαρολικά που κρέμονταν σε περίοπτη θέση έτοιμα για χρήση.

Κι ύστερα το σαλόνι με το μεγάλο πέτρινο τζάκι. Οι φωτογραφίες των παππούδων να κρέμονται στους τοίχους. Η μόνη νέα πινελιά ήταν πως οι τοίχοι φιλοξενούσαν τώρα και τις φωτογραφίες των γονιών της. Αυτό θα το είχε φροντίσει ο αδελφός της.

Στις κρεβατοκάμαρες, τρεις τον αριθμό, άνοιξε απλά τις πόρτες, με το χέρι άνοιξε τα φώτα και κοίταξε γύρω με το βλέμμα, τα κλειστά παράθυρα και τους οικείους χώρους, χωρίς να μπει. Κάτι την εμπόδιζε να μπει στο εσωτερικό τόσο των γονιών της όσο και του αδελφού της. Ούτε καν σε αυτό που ήταν δικό της δεν μπήκε. Δεν ήταν έτοιμη. Η μέρα που έδινε στη νύχτα τη θέση της, έκανε τον χώρο να της δημιουργεί ένα δέος.

Επανάφερε τον εαυτό της στην πραγματικότητα. Βγήκε ξανά έξω, και άδειασε γρήγορα το αμάξι της. Το κλείδωσε και βιάστηκε να μπει ξανά στο κρύο σπίτι. Το πρώτο που έκανε ήταν να στραφεί στο τζάκι, να βάλει ξύλα από τη στοίβα που βρισκόταν πάντα στη σκεπαστή κλειστή βεράντα έξω από την κουζίνα. Αυτή η βεράντα ήταν τόσο όμορφη. Όσο και να φυσούσε, ήσουν έξω αλλά συγχρόνως και προστατευμένος από το κρύο. Υπήρχε τζαμαρία και πόρτα που προστάτευε από τον περίβολο.

Σε κάποια σημεία του σπιτιού, έβλεπες μια φθορά του χρόνου, μα αυτά ήταν πράγματα που  μπορούσαν να φτιαχτούν. Λίγη φθορά σε κάποια σημεία των τοίχων, λίγο στα παράθυρα. Ψιλοπράγματα δηλαδή. Ο αδελφός της έκανε καλή δουλειά. Το νερό έτρεχε μια χαρά. Αλλά   το υπόλοιπο χτήμα θα το έβλεπε αύριο με το φως της μέρας. Έπρεπε να τα φροντίσει όλα για να πουληθούν, να κοπούν εντελώς οι γέφυρες, και να μείνουν μόνο οι μνήμες που θα βαφτίζονταν ‘’ρίζες’’.

Η κουζίνα με το σαλόνι ήταν ένας πολύ μεγάλος χώρος, χωρισμένος σε δύο τμήματα, που το μεγάλο πέτρινο τζάκι, έτσι που χόρευαν οι φλόγες πίσω από το προστατευτικό κιγκλίδωμα, σκόρπιζε ζεστασιά.Μαγείρεψε στα γρήγορα μια σούπα, και βούλιαξε στον μεγάλο καναπέ κοντά στη φωτιά για να φάει. Άνοιξε το ντουλάπι στο διάδρομο, και πήρε μια κουβέρτα. Θυμόταν καλά τα κατατόπια, και η διατήρηση των συνηθειών την έκανε να νομίζει πως δεν είχε φύγει ποτέ. Σιγοπίνοντας το κρασί της, νανουρισμένη από τη σιωπή και τη ζέστη, σκεπασμένη με την κουβέρτα, συνέχισε να σκέφτεται πριν αφεθεί  στην αγκαλιά του ύπνου, με φόντο εικόνες από παλιά.

 Ένοιωθε φόβο για κάθε ζωντανό πλάσμα που περπατούσε στα τέσσερα, ή που είχε φτερά, ή που δεν διέθετε τίποτα από τα δύο, την ενοχλούσε το πράσινο χρώμα, και τα δέντρα ήταν λες και την έκαναν να νοιώθει ένα απέραντο κενό. Πάντα αναρωτιόταν μήπως την είχαν υιοθετήσει μια και ένοιωθε ξένη στο σπίτι, και στην οικογένεια αρκετά συχνά. Όνειρο της οι σπουδές, τα ψηλά κτίρια, ο θόρυβος, τα αυτοκίνητα και η διασκέδαση της πόλης. Έγινε δικηγόρος, και έκανε καριέρα ασχολούμενη με νόμους και παραπτώματα. Με χωρισμούς, και διαφωνίες. Μόνιμη σχέση δεν είχε από επιλογή, και τα πάντα ήθελε να τα έχει συγκροτημένα και οργανωμένα χωρίς να ξεφεύγουν στο ελάχιστο από τα όρια που είχε καθορίσει.

Ο Δημήτρης, αντίθετα, λάτρευε το χωριό, το χτήμα, τα ζώα, και το σπίτι τους, όπως ακριβώς και οι γονείς τους μέχρι που άφησαν την τελευταία τους πνοή πριν μερικά χρόνια. Πριν πέντε ο πατέρας και ένα χρόνο μετά και η μάνα τους που βιάστηκε να τον συναντήσει ξανά. Δεν πρόλαβε να ασχοληθεί με το να φτιάξει οικογένεια. Μια και υπήρχαν οικονομικές εκκρεμότητες του πατέρα τους που έπρεπε να τακτοποιήσει πρώτα. Βοηθούσε κι εκείνη οικονομικά, αλλά μέχρι εκεί.

Το πρωί ξύπνησε με την αίσθηση πως πριν πέντε λεπτά είχε κλείσει τα μάτια της, και μόνο το σβησμένο τζάκι, φανέρωνε πως είχαν περάσει ώρες. Πήγε να κοιτάξει έξω, από το παράθυρο της κουζίνας και το άσπρο χαλί που είχε στρωθεί παντού, την έκανε να καταλάβει πως είχε δύσκολο έργο μπροστά της. Ωστόσο το ξημέρωμα της νέας μέρας, εξέπεμπε μέσα της διαφορετικά μηνύματα.

Έπρεπε να δει τα ζώα. Τον Φοίβο και τον σκύλο. Μα πού στο καλό να ήταν αυτός ο σκύλος;

Ντύθηκε χοντρά, και ανοίγοντας την πόρτα έπεσε στην κυριολεξία πάνω σε έναν άντρα ψηλό με λίγα γένια, νέο σχετικά γύρω στα 45 όπως υπολόγισε.

-      -    Α καλημέρα! Θα είστε η αδελφή του Δημήτρη. Τα συλλυπητήρια μου! Είμαι ο Κώστας Αναγνώστου. Ο κτηνίατρος της περιοχής. Ο αδελφός σας ήταν ένας πολύ αγαπητός φίλος μου της είπε με μια πολύ συμπαθητική και καθάρια φωνή, ενόσω της έτεινε το χέρι.

-      -    Είμαι η Νίκη Αξιώτη. Ευχαριστώ για τα συλλυπητήρια σας. Ο αδελφός μου ήταν γενικώς αγαπητός.

-       -   Έχω κλειδιά και έρχομαι κάθε μέρα. Ο Φοίβος είναι μια δύσκολη περίπτωση γνωρίζετε τα σχετικά;

-         - Δεν θα έλεγα πως γνωρίζω. Μιλήστε μου!

-Ο Φοίβος δεμένος με τον Δημήτρη, προφανώς αισθάνθηκε εγκατάλειψη όταν σταμάτησε να τον βλέπει. Οπότε η κατάθλιψη του έκοψε κάθε διάθεση για φαγητό. 

-       -   Έχω δοκιμάσει τα πάντα, του έχω αφήσει παρέα και τον Ερμή. Πώς τα πάτε με τα ζώα;

-          -Δεν θα έλεγα πως είμαστε και οι πιο αγαπημένοι. Δεν έχω συναναστραφεί ποτέ μου ζωντανά.

Φτάσανε μπροστά στον στάβλο, και ο γιατρός μπήκε μέσα. Η Νίκη ακολουθούσε με αργό βήμα, όταν ένας σκύλος μεγάλος με μακρύ τρίχωμα και χρώμα ασπρόμαυρο έτρεξε προς το μέρος τους. Η Νίκη ταράχτηκε και σταμάτησε να περπατά. Ο Ερμής την πλησίασε, και την μύρισε. Εκείνη νόμισε πως οι χτύποι της καρδιάς της ακούγονταν σαν ταμ-ταμ ιθαγενών, που ετοίμαζαν πόλεμο. Με τις οδηγίες του γιατρού, και τις παραινέσεις του, πλησίασε τον Ερμή και τον άφησε να τη μυρίσει. Την παρότρυνε να του μιλήσει. Κι εκείνη μια γνωστή νέα δικηγόρος είπε το λαλίστατο.

-Γεια σου Ερμή τι κάνεις;

Ο γιατρός της είχε δώσει λιχουδιές και συμβουλές για την πρώτη επαφή της. Του έδωσε δειλά μια λιχουδιά για την γνωριμία. Εκείνος πήρε τη λιχουδιά, και έστρεψε την προσοχή του στον γιατρό. Παραδόξως κι εκείνης  την προσοχή,  τράβηξε ένα κάτασπρο άλογο, που καθόταν όχι στητό και περήφανο, αλλά ξάπλα σαν να μην είχε θέληση να σταθεί όρθιο. Κοντά του υπήρχε φρέσκο  σανό   απείραχτο. Φαινόταν θλιμμένο και δυστυχισμένο κι αρκετά αδυνατισμένο. Κι αυτό την άγγιξε βαθιά. Ο κόμπος ξαναγύρισε στον λαιμό, αλλά δάκρυ κανένα δεν έτρεξε.

Μία ώρα πέρασαν εκεί με τις φροντίδες του γιατρού, έβαλε καθαρό νερό και τροφή φρέσκια και για τα δύο ζώα, και έπειτα συνόδευσε τον γιατρό στην έξοδο λέγοντας της πως θα έρθει αύριο πάλι.

- Δυστυχώς ούτε από τον στάβλο δεν θέλει να βγει. Αν συνεχίσει έτσι δεν θα γλυτώσουμε το αναπόφευκτο. Κι είναι κρίμα!

   Τέσσερις μέρες πέρασαν, με τον γιατρό να έρχεται κάθε μέρα, να περνάνε με τα ζώα αρκετό χρόνο. Ο Ερμής την είχε αποδεχθεί κι αυτό ήταν το καλό της υπόθεσης. Ο Φοίβος παρότι είχε ξεθαρρέψει και του έδινε κάποιο χάδι ή απαλό βούρτσισμα, δεν έβαζε μπουκιά στο στόμα του.

Τόλμησε πια και επισκέφθηκε όλα τα δωμάτια του σπιτιού, τα καθάρισε και άνοιξε μπαούλα με μνήμες και σκηνές από τα παιδικά της χρόνια. Κάτι την έσπρωξε να φορέσει ρούχα του αδελφού της από την ντουλάπα.

Και σήμερα με το που έφυγε ο γιατρός, το αποφάσισε. Έφτιαξε ένα σάντουιτς πήρε μια κουβέρτα και πήγε στο στάβλο. Ξάπλωσε δειλά  κοντά στον Φοίβο.  Ο Ερμής πήγε και έκατσε δίπλα τους. Δεν την πείραξε τον είχε συνηθίσει. Άρχισε να μιλάει και στα δύο ζωντανά πλάσματα. Να τους λέει σκέψεις και εικόνες, φόβους και θύμισες από την παιδική της ηλικία, από τις σπουδές της, τον αγώνα της για εδραίωση στον δικηγορικό τομέα. Υποθέσεις που ανέλαβε και έφερε εις πέρας με επιτυχία κάνοντας την γνωστή.

Και ξαφνικά άρχισε να μιλάει για την αρρώστια του αδελφού της, τον θάνατο των γονιών της, και συνειδητοποίησε πως ένοιωθε καλά τόσα χρόνια  ξέροντας πως ζουν αλλού μεν, αλλά υπήρχαν σε  κάποια γωνιά  της ζωής της. Τώρα η παντελής απουσία τους, έκανε  την μοναξιά να έχει  κάνει θεαματική εμφάνιση μέσα της.

Και επιτέλους λυτρωτικά δάκρια άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Έκλαιγε με λυγμούς, για τους αγαπημένους της που ζούσαν αλλού από εκείνην, όμως ζούσαν. Και παραδόξως χαίρονταν με την επιτυχία της. Συνειδητοποίησε μόλις, πως ποτέ δεν είχαν δείξει κάποια αντίδραση και σεβάστηκαν τις επιλογές της. Ποτέ δεν άκουσε αρνητική κριτική από το στόμα τους. Μόνο πως τους έλειπε. Κι εκείνης της έλειπαν και οι λυγμοί της έγιναν δυνατότεροι. Κι όλα αυτά τα έλεγε σε δύο ζώα. Της ήρθε να βάλει τα γέλια με τον εαυτό της, μέσα στα κλάματα και τις τύψεις για χαμένες στιγμές, όταν ο Ερμής την έγλυψε στο χέρι, σαν να την καταλάβαινε, και ο Φοίβος ρουθούνισε και ανασηκώθηκε. Όλη τη μέρα την πέρασε στον στάβλο μιλώντας τους, χαιδεύοντας τους, κλαίγοντας και έπειτα μοιράζονταν την σιωπή. Το άλλο πρωί ο γιατρός την βρήκε στο στάβλο, και ξαφνιάστηκε όταν κατάλαβε πως πέρασε την νύχτα και όλη τη μέρα παρέα τους. Ξαφνιάστηκε ακόμα όταν είδε πως βούρτσιζε τον Φοίβο και πως όπου πήγαινε ο Ερμής ήταν κοντά της. Την επόμενη μέρα προσπάθησε να φτυαρίσει σανό  και έφαγε μια γενναία τούμπα. Πόνεσε και έμεινε κάτω. Κι αυτό που έγινε ξαφνικά της έκανε τόση εντύπωση και της έφερε τόση συγκίνηση. Ο Ερμής έτρεξε κοντά της, και ο Φοίβος σηκώθηκε και στάθηκε από πάνω της σαν να ήθελε να τη βοηθήσει. Τους μίλησε γλυκά τα χάιδεψε και τα βεβαίωσε πως ήταν καλά. Κι όπως έσκυψε να πάρει την τσουγκράνα, ένοιωσε κάτι κοντά στην τσέπη της. Ο Φοίβος είχε σκύψει το κεφάλι, και είχε τραβήξει ένα καρότο που εξείχε από την τσέπη των ρούχων του αδελφού της. Χριστέ μου έτρωγε το καρότο! Αυθόρμητα έβαλε τα κλάματα και τον αγκάλιασε από τον λαιμό, ακουμπώντας το κεφάλι της επάνω του.

-         - Σ’ ευχαριστώ του ψιθύριζε… σ’ ευχαριστώ!

Έπειτα από λίγο τον είδε να πίνει νερό και να σκύβει και να τρώει σανό φρέσκο. Για δικηγόρος άνευ συναισθημάτων, αυτό που έκανε ήταν πρωτάκουστο. Άρχισε να γελάει και να χορεύει τριγύρω με τον Ερμή να πηδάει και τον Φοίβο να χλιμιντρίζει.

Τις επόμενες μέρες ο Φοίβος δέχτηκε να τον βγάλει μια βόλτα έξω από τον στάβλο και ο γιατρός ενθουσιασμένος της είπε πως γρήγορα θα γινόταν καλά.

Το γραφείο της της τηλεφωνούσε κάθε μέρα για ενημέρωση, και η Νίκη ήταν φοβερά προβληματισμένη. Πήγε και στην κοντινή πόλη με τον γιατρό και έκανε προμήθειες, και γνώρισε κατοίκους, που κάποιοι της είπαν πως την θυμόντουσαν από παιδούλα όταν ψώνιζε με τον πατέρα της. Κάποιοι της ζήτησαν και νομικές συμβουλές να σκεφτείς. Ξαναγνώρισε το χωριό, παρέα με τα δύο ζώα, που την είχαν αποδεχθεί σαν οικογένεια. Παράξενο αλλά ένοιωθε πλήρης, και ήρεμη. Σύντομα θα έπρεπε να κάνει ένα ψάξιμο μέσα της και να βάλει σε σειρά τα πράγματα. Έφερε και κάποιους μαστόρους να κάνουν επισκευές όπου χρειαζόταν, και τακτοποίησε κάποιες εκκρεμότητες οικονομικής φύσης. Έμενε να σκεφτεί τι θα κάνει με το σπίτι και το χτήμα που τώρα πια ήταν δικά της.

Αυτές τις σκέψεις έκανε, ακουμπώντας στον φράχτη, με τον Ερμή ξαπλωμένο δίπλα στα πόδια της, όταν ο Φοίβος ήρθε και την τράβηξε από το παλτό. Γύρισε και τον κοίταξε, και αποφασισμένη του είπε: ‘’μην ανησυχείς αγόρι μου, τώρα που σώσαμε ο ένας τον άλλο, και με τίμησες με την προτίμηση σου, δεν θα ξεχάσω την υπόσχεση μου. Το σπίτι και το χτήμα θα γίνουν το δεύτερο σπίτι μου. Θα δεχτώ συνέταιρο στο γραφείο, και θα μοιράζω τον χρόνο μου μεταξύ δουλειάς και χτήματος. Θα σας  φέρω και παρέα, και πάντα θα χαίρομαι να απολαμβάνω την υποδοχή σας. Θα τα καταφέρουμε, με την βοήθεια φίλων και υπαλλήλων. Και θα είμαστε πάντα μαζί! Κι αυτό θα γίνει ένα υπέροχο χτήμα προστασίας όσων ζωντανών έχουν ανάγκη. Τι καλύτερη παρέα από τα ζώα τελικά που δίνουν τόσο απλόχερα αγάπη και αφοσίωση;

-Μπορείτε να υπολογίζετε κι εμένα, ακούστηκε μια φωνή. Ο γιατρός Κώστας Αναγνώστου, άθελα του μάρτυρας της απόφασης της Νίκης, δήλωσε έτσι την φιλία του και την επικρότηση της απόφασης της.

Του χαμογέλασε και του είπε.

-Είμαι έτοιμη για το επόμενο μάθημα ιππασίας γιατρέ. Ξεκινάμε;



Αυτή ήταν η συμμετοχή στο δρώμενο του φίλου μας του Γιάννη του blog ''Ηδύποτον'' με τις ευχαριστίες μου που μας ακονίζει την δημιουργική σκέψη.

Όλες τις συμμετοχές μπορείτε να τις βρείτε εδώ


 

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΜΙΑ ΕΜΠΝΕΥΣΗ- ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ

 




κατηγορία: Μυστήριο



Κεντρική ιδέα πλοκής:

"Μια γυναίκα, επισκέπτεται έναν επώνυμο συγγραφέα. Τού κάνει μια ελκυστική πρόταση να της γράψει τη βιογραφία της. Ο συγγραφέας θα την αναζητήσει τις αμέσως επόμενες μέρες για να προχωρήσουν. Η γυναίκα όμως έχει εξαφανιστεί





ΕΡΙΝΥΕΣ


Ο  Αλέξανδρος Χάλαρης,  έγραψε το πρώτο του βιβλίο, που έτυχε φοβερής κριτικής, και μεγάλης αποδοχής από το αναγνωστικό κοινό, με αποτέλεσμα οι πωλήσεις να το εκτοξεύσουν στη θέση του μπεστ-σέλερ. Ξεκίνησε σαν δημοσιογράφος, μα κάποια γεγονότα έπειτα από δεκαπέντε χρόνια δημοσιογραφίας, τον οδήγησαν στην  άλλη του αγάπη, την συγγραφή.

Πίνοντας αργά το ποτό του, και χαζεύοντας τις φλόγες στο τζάκι, το μυαλό του γύρισε πίσω στην αρχή όλων.

Στην ηλικία των 37, παρατηρούσε τα πάντα, και όλα τον άγγιζαν βαθιά. Απέφευγε τα βιαστικά συμπεράσματα, του άρεσε να ψάχνει σε βάθος, και είχε λίγους φίλους και καλούς.

Έναν από αυτούς τον κήδευαν εκείνη τη μέρα, στα 32 του, από ανακοπή. Κάτι που όταν συμβαίνει σε νέο άτομο, το αιφνίδια κομμένο νήμα της ζωής, προκαλεί όχι μόνο πόνο, αλλά και βαθιά θλίψη. Εκεί στο νεκροταφείο, ακολουθώντας το φίλο του στην τελευταία του κατοικία, οι σκέψεις του ήταν ανάκατες, και το βλέμμα του περιδιάβαινε στους τάφους που προσπερνούσαν. Τότε την είδε! Μια μαυροφορεμένη φιγούρα κομψή,  με ένα ματσάκι λευκά κρίνα στα γαντοφορεμένα της χέρια, σαν λευκός λεκές σε μαύρο καμβά,  να σκύβει και να τα ακουμπά πάνω σε μια ταφόπλακα. Κοντοστάθηκε και μπόρεσε να δει πως ο τάφος ανήκε σε ένα παιδί. Ναι! Σε ένα παιδί τριών ετών! Χριστέ μου! Πάντα υπήρχαν χειρότερα! Η γυναίκα γύρισε ξαφνικά, και τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν. Του φάνηκε πως διέκρινε κάτι στα μάτια της. Σαν αναλαμπή, σαν ματιά που ρίχνεις σε κάποιον γνώριμο. Εκείνη γύρισε ξανά το βλέμμα στον τάφο, κι αυτός συνέχισε την πορεία του. Μα όπως προχωρούσε, είχε μια καυτή αίσθηση στην πλάτη του, πως ένα ζευγάρι γαλανά μάτια τον παρακολουθούσαν καθώς ξεμάκραινε. Η κηδεία έγινε, μετά  καφές και παξιμάδι, και τέλος παρηγορητικά  λόγια στη θλιμμένη μάνα και την αδελφή του φίλου του. Βγήκε έξω να τον φυσήξει ο αέρας, και να περπατήσει μέχρι το αμάξι του κοντά στην εκκλησία. Γαλήνια ήρεμη ατμόσφαιρα, με υπόκρουση το απαλό θρόισμα των φύλλων, που μιάστηκε από  ρυθμικά βήματα στο πλακόστρωτο πίσω του που πλησίαζαν βιαστικά.

Γύρισε για να αντικρίσει την γυναίκα του τάφου.

‘’Ο κύριος Χάλαρης; Ο δημοσιογράφος;’’

‘’Μάλιστα!’’

‘’Ερωφίλη Σαμπατακάκη!   Το ότι συναντήθηκαν οι δρόμοι μας, δεν μπορεί παρά να είναι οιωνός!’’

Το όνομα της του ήταν γνωστό, ωστόσο μετά τις χειραψίες, εκείνη άρχισε να του λέει:

‘’Κύριε Χάλαρη, θα ήθελα   να μιλήσουμε. Κάπου ήσυχα και ιδιαιτέρως. Χωρίς να μας ενοχλήσει κάποιος’’.

‘’Υπάρχει καλύτερος χώρος από αυτόν κυρία μου; Περί τίνος πρόκειται;’’  

 ‘’Το όνομα μου σίγουρα δεν σας είναι άγνωστο, όχι μόνο γιατί θα ξέρετε με ποιον είμαι παντρεμένη, αλλά και γιατί συνδέεται με την απαγωγή και τον θάνατο του παιδιού μου, πριν λίγα χρόνια.’’

‘’Μα βέβαια, είπε ο Χάλαρης, δεν σας είχα δει ποτέ, μια και ποτέ δεν έφτασε η υπόθεση στα δικαστήρια. Δεν πιάστηκε ο ένοχος   απ’ ότι θυμάμαι. Λυπάμαι πολύ για την απώλεια σας κυρία μου. Ωστόσο ότι μάθαινα τότε ήταν μόνο από τρίτους, και από την αστυνομία. Είχε τηρηθεί μυστικότητα αυστηρή για την υπόθεση.’’  

‘’Έχετε δίκιο. Όμως τώρα, θα ήθελα να γράψετε ένα βιβλίο με αυτό το κομμάτι της ζωής μου κύριε Χάλαρη. Κάτι σαν βιογραφία ας πούμε.’’

‘’Πρώτον δεν είμαι συγγραφέας, και δεύτερον τι θα μπορούσα να γράψω γι’ αυτήν την περίοδο;’’

‘’Μετά από τόσα χρόνια, έχω επιτέλους στοιχεία για το ποιος απήγαγε το παιδί μου και ποιος ευθύνεται για τον θάνατο του.’’

Και γιατί δεν τα πηγαίνετε στην αστυνομία;

Γιατί είναι μόνο ενδείξεις, και εσείς για την έρευνα του βιβλίου, και με την πείρα του δημοσιογράφου,  θα τα μετατρέψετε σε αποδείξεις. Εξάλλου τα άτομα ανοίγονται πιο εύκολα σε εσάς,   σε εμένα θα κλείσουν σαν στρείδι, και στο τέλος θα πουν πως είμαι μια μάνα που την τρέλανε ο πόνος. Δεν θα ήθελα να φανώ, ούτε να μπλέξω τον άντρα μου σε αυτό. Σας χρειάζομαι απελπισμένα αν με καταλαβαίνετε. Αν συμφωνήσετε, θα είναι το αποκορύφωμα της καριέρας σας, και για μένα δικαίωση. Θα συναντηθούμε αύριο εδώ, και του βάζει ένα σημείωμα στα χέρια. Να έρθετε σας παρακαλώ.’’

Έκανε μεταβολή και έφυγε έτσι ξαφνικά όπως ήρθε.

Την άλλη μέρα νωρίς το πρωί όπως του είπε, ξεκίνησε για το ραντεβού.

Σαν έφτασε, στάθηκε κάτω από το άγαλμα της πλατείας, αλλά εκείνη δεν φαινόταν πουθενά. Σε λίγο, ένας πιτσιρίκος τον τράβηξε από το σακάκι.

Ψιτ κύριος; Σε λένε Χάλαρη;

Ναι! Αυτό είναι για σένα. Του έχωσε ένα φάκελο στο χέρι και το έβαλε στα πόδια.

Κοίταξε γύρω του αλλά δεν είδε κανέναν. Άλλο κι αυτό σκέφτηκε!

Πήγε στο αμάξι του, άνοιξε τον φάκελο και είδε ένα σωρό χαρτιά, και ένα χοντρό μάτσο με χαρτονομίσματα. Ένα σημείωμα έγραφε:

Δυστυχώς δεν μπόρεσα να φύγω. Ωστόσο μέσα θα βρείτε τα μισά από τα χρήματα που θα σας δώσω, και τα στοιχεία που σας είπα. Ευχαριστώ!

Οδήγησε μέχρι τη θάλασσα, κι εκεί παρκαρισμένος στην  άκρη της παραλίας, καθισμένος μέσα στο αμάξι του άρχισε να μελετά τα χαρτιά του φακέλου.

Το πρώτο που τράβηξε την προσοχή του ήταν ένα γράμμα.

Είμαι η Ερωφίλη Σαμπατακάκη, και ο άντρας μου είναι ο γνωστός αντικέρ και γκαλερίστας, Βύρων Σαμπατακάκης,  που με περνάει είκοσι χρόνια. Σίγουρα αντιλαμβάνεστε γιατί μια νέα κοπέλα επιλέγει να δέσει τη ζωή της με κάποιον που έχει χρήματα, παρότι την περνάει τόσα χρόνια. Θέλει μια σιγουριά, μια άνετη ζωή, μια εξασφάλιση. Όμως το κορμί θέλει να νιώσει όλες τις χαρές που μπορεί να προσφέρει η νιότη. Και μία από αυτές τις χαρές, είναι το πάθος, και ο έρωτας.

Λόγω του επαγγέλματος του συζύγου μου, συναναστρεφόμασταν συχνά καλλιτέχνες με μποέμικο χαρακτήρα, άλλους αφιερωμένους στην τέχνη τους, αρμέγοντας από τη ζωή ό,τι μπορούσε να τους προσφέρει, και άλλους αποφασισμένους να δείξουν πως το  μέτριο ή ανύπαρκτο ταλέντο τους, ήταν μεγαλειώδες και μοναδικό.

Ένα από αυτά τα άτομα ήταν ο Κίμων Γαλάτης, γλύπτης κυρίως και ζωγράφος, ερωτύλος της συμφοράς, και ενίοτε χρήστης ουσιών που τον οδηγούσαν σε άλλους κόσμους, με την συνοδεία αλκοόλ. Γοητευτικός τυχοδιώκτης με τύλιξε γρήγορα μέσα στη δίνη του πάθους του. Η σχέση μας κράτησε έξι μήνες, και το αποτέλεσμα της ήταν η γέννηση ενός παιδιού. Ο άντρας μου χάρηκε για τον διάδοχο μας, κι εγώ μέσα μου ένιωθα τις ενοχές να με τυλίγουν στον βασανιστικό τους μανδύα, από κάτω μέχρι επάνω, κι από έξω μέχρι τα μύχια της ψυχής μου.

Πιστεύω πως τα πρώτα χρόνια της γέννησης του γιου μου, ήταν ήρεμα. Και ο Γαλάτης είχε παραμεριστεί, από τη μονοπώληση του  ενδιαφέροντος μου από τον γιο μου. Όταν ο γιος μου έφτασε στην ηλικία των δύο ετών, οι δρόμοι μας ξαναέσμιξαν, και το πάθος μπήκε ξανά στη ζωή μου. Του ομολόγησα την αλήθεια πως είχαμε μαζί ένα παιδί.  Φάνηκε να κλονίστηκε, και να του άρεσε η γέννηση ενός πλάσματος, που ήταν ο διάδοχος του. Ωστόσο λίγο καιρό αργότερα, οι εξελίξεις ήρθαν για να αποδείξουν πως όλα έχουν το τίμημα τους.  Κάποιος άρπαξε τον γιο μου και ζήτησε λύτρα. Τότε ο φόβος μου έραψε το στόμα. Το κορμί μου πάγωσε και δεν είχα δύναμη να ομολογήσω πως ένα πλασματάκι, το παιδί μου, βασανιζόταν από δικό μου λάθος. Ό άντρας μου πλήρωσε τα λύτρα αμέσως, μα πριν προλάβω να πω την αλήθεια και να στρέψω την προσοχή της αστυνομίας, σε αυτόν που πίστευα πως ήταν ένοχος, παρότι όταν ελέγχθηκε όπως όλοι,  βρέθηκε με άλλοθι, ανακαλύφθηκε το νεκρό κορμάκι του παιδιού μου.

Κύριε Χάλαρη, μεγάλο το λάθος μου, και το κρίμα μου μεγαλύτερο. Δεν έχω άλλες δυνάμεις, να παλέψω. Αλλά δεν μπορώ να μην κάνω κάτι, όχι να επανορθώσω, γιατί αυτό δεν θα φέρει πίσω το παιδί μου, αλλά να οδηγήσω τον ένοχο ή τους ενόχους εκεί που τους πρέπει. Βοηθήστε με σας παρακαλώ. Μπορείτε μετά να έχετε την ιστορία σας, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία όπως θέλετε.

Ο Γαλάτης ξέρω πως είχε προσωπική κόντρα με τον Σαμπατακάκη. Έκαναν πολλές δουλειές μαζί, και δεν αφορούσαν τόσο την τέχνη. Οι δεσμοί του Γαλάτη με τον άντρα μου δεν ήταν μόνο οι εκθέσεις γλυπτών που οργανώνονταν σε διάφορες χώρες του κόσμου. Ξέρω πως πίσω από τα γλυπτά, κρυβόταν εμπόριο ναρκωτικών.

 Όπως ξέρω πως ο Γαλάτης δεν είναι ο μόνος ένοχος για τον θάνατο του παιδιού μου. Και ξέρω πως τα κρίματα μου είναι παραπάνω από ένα. Η απαγωγή δεν ήταν σκέτη απαγωγή. Ο ένοχος δεν ήταν ένας. Σ’ εσάς αποθέτω όλες μου τις ελπίδες για εξιλέωση και δικαιοσύνη.   

Εσείς πρέπει να βρείτε τις αποδείξεις για τις σχέσεις ανάμεσα τους, και πως σίγουρα υπήρχε συνεργάτης στην απαγωγή.

Εκεί τελείωναν οι σημειώσεις. Ο Χάλαρης έμεινε συγκλονισμένος, μέχρι να χωνέψει όσα διάβασε. Είχε πολλές απορίες μα ένα κουβάρι πρέπει να το ξετυλίγεις από την αρχή.  

Έπρεπε να τη συναντήσει να μάθει κι άλλα. Είχε την αίσθηση πως δεν του είπε όλα όσα ήξερε. Και μέχρι πού ήταν χωμένη εκείνη σε όλο αυτό; Δεν μπορεί να μιλάει για μεγάλα κρίματα, επειδή ξελογιάστηκε και απάτησε τον άντρα της. Ή πώς στήριζε ότι η σχέση του Γαλάτη με τον άντρα της ήταν πιο βαθιά και πολύπλοκη; Και γιατί αφού δεν θέλει να μπλέξει τον άντρα της,  με κάποιο τρόπο τον ανακατεύει σε αυτές τις αράδες;

  Το σπίτι του γκαλερίστα δεν ήξερε πού είναι, αλλά και δεν υπήρχε τρόπος να πάει έτσι ξαφνικά επίσκεψη και να αρχίσει τις ερωτήσεις. Καλύτερα να άρχιζε από την γκαλερί.

Μπροστά στο γραφείο της υποδοχής, κοιτούσε τους ενημερωτικούς καταλόγους για τους επισκέπτες, πριν περιδιαβεί τους πίνακες και τα γλυπτά, όταν η κοπέλα της υποδοχής μίλησε σε κάποιον πίσω του.

‘’Καλημέρα κα Σαμπατακάκη’’

Ο Χάλαρης τινάχτηκε. Τι τύχη σκέφτηκε και στράφηκε πίσω.

Την ώρα που η γυναίκα πίσω του έλεγε καλημέρα στην κοπέλα, εκείνος είχε μείνει άφωνος. Η γυναίκα που αντίκριζε δεν είχε καμία σχέση με την γυναίκα του νεκροταφείου.

Η Σαμπατακάκη χάθηκε πίσω από μια πλαινή πόρτα, κι εκείνος ρώτησε την κοπέλα.

‘’Σαμπατακάκη, είπατε;’’

‘’Μάλιστα είναι η σύζυγος του ιδιοκτήτη’’

Έκανε μηχανικά τη βόλτα του στις τρεις αίθουσες και το μυαλό του έτρεχε σε όσα είχαν συμβεί. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα που του παρουσιάστηκε; Πού ήξερε τόσες λεπτομέρειες; Και ήταν αλήθεια ή κάποια τον χρησιμοποιούσε με ψευδή στοιχεία για ίδιον όφελος;

Τις σκέψεις του διέκοψε ένα γλυπτό του Γαλάτη φτιαγμένο από μέταλλο. Δεν θα τον έλεγε ατάλαντο, αλλά δεν θα έλεγε πως μίλησε μέσα του το έργο. Κοίταξε τον κατάλογο. Η τιμή του ήταν διακόσιες χιλιάδες. Αναρωτήθηκε αν πουλιόνταν τα έργα του.

Υπήρχαν τέσσερα πρόσωπα που εμπλέκονταν. Το ζεύγος Σαμπατακάκη, ο Γαλάτης και η εξαφανισμένη άγνωστη γυναίκα.

Ήταν αδύνατο να το χειριστώ μόνος μου. Όλα έπρεπε να γίνουν στα κρυφά, χωρίς φανφάρες, μια και ο Σαμπατακάκης είχε πολιτικές πλάτες να τον στηρίζουν. Η λύση ήταν να μιλήσω σε ένα φίλο μου αστυνομικό. Κι αυτό έκανα άμεσα. Του έδειξα τα στοιχεία και του εξιστόρησα τα πάντα. Ο Αλέκος Παζαράς, ήταν πολύ καλός αστυνομικός χωρίς να είναι τόσο των τύπων. Πίστευε στην δικαιοσύνη, και ήξερε να ρισκάρει, και να είναι εχέμυθος όταν χρειαζόταν.

Μαζί κάναμε κάποιες παρακολουθήσεις στην γκαλερί, όταν φόρτωναν έργα που θα πήγαιναν στο εξωτερικό. Πολλή κινητικότητα και πάντα βράδυ. Η αλήθεια είναι πως οι φάτσες των υπαλλήλων της αποθήκης δεν έδειχναν απλοί μεροκαματιάρηδες εργάτες.

Πέσαμε πάνω σε νυχτερινές συναντήσεις Γαλάτη και Σαμπατακάκη. Και εν τω μεταξύ η άγνωστη γυναίκα άφαντη.

Ο Αλέκος κίνησε κάποια νήματα πάντα με φίλους, χωρίς να φανεί κάτι στημένο. Σε κάποια επιστροφή γλυπτών από το εξωτερικό, είχε φροντίσει να υπάρχουν τυχαία και εκπαιδευμένα σκυλιά. Έτσι ανακάλυψαν τα ναρκωτικά, σε κούφια αγάλματα του Γαλάτη. Από εκεί το ένα έφερε το άλλο. Το κουβάρι ξετυλίχθηκε αρκετά, και κάθε ξετύλιγμα έβγαζε και βρωμιές στην επιφάνεια.

Ο Γαλάτης συνελήφθη, και με κάποια πίεση άρχισε να ‘’ξερνάει’’ τα πάντα.

Μίλησε για τον εκβιασμό που του έκανε ο γκαλερίστας, απαγάγοντας το παιδί του, για να τον αναγκάσει να συνεργαστεί μαζί του στις παρανομίες του. Αλλά αρνιόταν κατηγορηματικά πως έφταιγε για τον θάνατο του γιου του.

Με τόσο σάλο φυσικό ήταν οι πολιτικές πλάτες να κάνουν τις ‘’πάπιες’’.

Και τότε ήρθε και η χαριστική βολή.

Πάνω από τον τάφο του παιδιού, βρέθηκε μια γυναίκα κρεμασμένη από το δέντρο. Την αναγνώρισα αμέσως ήταν αυτή που γνώρισα σαν Σαμπατακάκη, και που μου είχε δώσει όλα τα στοιχεία.

Την άλλη μέρα ένας φάκελλος ήρθε στο σπίτι μου. Ήταν από την νεκρή γυναίκα.

Κύριε Χάλαρη, τώρα πια θα ξέρετε πως δεν είμαι αυτή που σας παρουσιάστηκα. Ήμουν η νταντά του μωρού που χάθηκε, και που βοήθησα τον Σαμπατακάκη να το απαγάγει για να πετύχει τους σκοπούς του. Ήμουν ερωτευμένη μαζί του κύριε Χάλαρη, κι εκείνος μπορούσε να με κάνει να κάνω τα πάντα γι’ αυτόν. Ο Σαμπατακάκης ήταν στείρος, και πάντα παρακολουθούσε την νεαρή του γυναίκα, ειδικά μετά την αναγγελία της εγκυμοσύνης της. Έτσι έμαθε τον πατέρα του παιδιού, και την απιστία της γυναίκας του.  Το βράδυ της απαγωγής, το μωρό το είχα μεταφέρει σε μια αποθήκη της γκαλερί. Κάποιος μπήκε στην αποθήκη ξαφνικά και το μωρό ήταν ανήσυχο. Το πήρα στην αγκαλιά μου για να το ησυχάσω και να μη μας πάρουν είδηση, μέχρι ο Σαμπατακάκης να μας μεταφέρει κάπου με ασφάλεια. Εκείνο όμως δεν έλεγε να ησυχάσει και του πίεσα το κεφαλάκι πάνω στο στήθος μου για να μην ακούγεται. Όταν ο εργάτης έφυγε, ανακάλυψα με τρόμο πως το παιδί δεν ανέπνεε. Προσπάθησα να το συνεφέρω αλλά μάταια. Είχε πεθάνει από ασφυξία. Ο πανικός με έζωσε. Ο Σαμπατακάκης με εξασφάλισε, αλλά αυτό το κρίμα δεν μπορώ να το αντέξω. Όχι! Όλοι πρέπει να πληρώσουμε. Δεν αντέχω το κρίμα που κουβαλάω τόσα χρόνια. Πολύ βαρύ…. Ας με συγχωρέσει ο Θεός για το έγκλημα μου!

Ο Σαμπατακάκης μπήκε φυλακή για την απαγωγή, συνέργεια στον θάνατο του παιδιού, για τα ναρκωτικά. Το ίδιο και ο Γαλάτης. Με το γράμμα ο θάνατος της νταντάς μην υπάρχοντας και στοιχεία που να δείχνουν κάτι αντίθετο, αποδόθηκε σε αυτοκτονία από τύψεις.

Όσο για μένα έγραψα το πρώτο μου βιβλίο που έγινε μπεστ-σέλερ.

Το αεροπλάνο απογειώθηκε, για μακρινό προορισμό, μεταφέροντας έναν μοναδικό επιβάτη. Η Ερωφίλη Σαμπατακάκη, σιγόπινε το ποτό της, σκεπτόμενη τη μέρα που η Νάνσυ, η νταντά του παιδιού της, της αποκάλυψε από τύψεις τα πάντα. Δεν ήταν δύσκολο να την οδηγήσει στα βήματα της εξιλέωσης. Έπρεπε να πληρώσουν όλοι τους. Εκείνη έχασε το παιδί της. Ούτε ήταν δύσκολο να την βοηθήσει στην τελική πινελιά. Την αυτοκτονία της. Τώρα ήταν ήρεμη, και πλούσια να ξεκινήσει από την αρχή τη ζωή της, σβήνοντας μνήμες!


ΤΕΛΟΣ


Η ιστορία είναι φανταστική καθώς και τα ονόματα. Είναι η συμμετοχή μου στο διαδικτυακό δρώμενο του GIANNIS PIT του blog ''ΗΔΥΠΟΤΟΝ''  ''Μια ιδέα -Μια Έμπνευση''. Στην αρχή παραθέτω την κατηγορία και την κεντρική ιδέα του δρώμενου.